Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Επικούριος Απόλλων στις Βάσσες - Ο Παρθενώνας της Πελοποννήσου

Στην ορεινή Αρκαδία, σε ένα πανέμορφο βραχώδες τοπίο που μαγεύει τον επισκέπτη, θα συναντήσουμε ένα από τα πιο αξιόλογα αρχαία ελληνικά μνημεία – τον ναό της Φιγαλείας ή των Βασσών, που ήταν αφιερωμένος στον βοηθό, συμπαραστάτη των ανθρώπων, Επικούριο Απόλλωνα. Κατά τον Παυσανία, φέρει αυτό το όνομα επειδή προστάτευσε τους Φιγαλείς από την επιδημική νόσο που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (420-400 π.Χ.), αλλά έχει και σχέση οπωσδήποτε πολεμική, που αφορά την προστασία του θεού στους πολέμους που διεξήγαν οι Αρκάδες με τους Σπαρτιάτες.
Βρίσκεται δεκατρία χιλιόμετρα από την αρχαία Φιγάλεια –σημερινό χωριό Παύλιτσα–, στις πλαγιές του όρους Κωτύλιον, προέκταση του Λυκαίου όρους, και νότια της Νέδα, του μοναδικού θηλυκού ποταμού, που, όπως συνάγεται από τα συμφραζόμενα των ευρημάτων, θα πρέπει να ήταν πλωτός στην αρχαιότητα.

Εμείς, δυστυχώς , στερούμαστε τη χαρά να απολαύσουμε αυτό το μεγαλοπρεπές μνημείο που δεσπόζει στην περιοχή σε 1.131 μ. υψόμετρο. Ο λόγος; Είναι, σαν πληγωμένο με επιδέσμους, σκεπασμένο από το 1987 με στέγαστρο, που Κύριος οίδε πότε θα ολοκληρωθούν οι εργασίες συντήρησης και αποκατάστασής του ώστε να λάμψει πάλι μέσα στο φυσικό του περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, ο επισκέπτης, εισερχόμενος στον ναό, είναι αδύνατον να μη καταληφθεί από δέος από την περιρρέουσα ενέργειά του, να ταξιδέψει στον χρόνο και να θαυμάσει την αρτιότητα της οικοδόμησής του, και τους επιβλητικούς κίονες που με δυσκολία το μάτι μπορεί να διατρέξει μέχρι την κορυφή τους.

Η λατρεία του Απόλλωνα Βασσίτα, από τον αρχαίο οικισμό των Βασσών (βάσσες ή βήσσες: κοιλάδες σε βραχώδη περιοχή), ανάγεται στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ., όπου προϋπήρχε αρχαϊκός ναός ο οποίος δέχθηκε ανοικοδομήσεις περίπου κατά το 600 π.Χ. και το 500 π.Χ., από τις οποίες διασώζονται πολλά αρχιτεκτονικά μέλη. Πιθανώς στην ίδια θέση οικοδομήθηκε, στα πρότυπα της αρμονίας και του κάλλους της αρχιτεκτονικής των ναών της κλασικής εποχής,  περίπου το 420-400 π.Χ. ο δωρικός αυτός περίπτερος ναός. Αρχιτέκτονάς του θεωρείται ο Ικτίνος –κατά τις μαρτυρίες του Παυσανία–, ο οποίος προσπάθησε να συνδυάσει τον αρχαϊκό ρυθμό που ταίριαζε στη συντηρητική θρησκευτική παράδοση των Αρκάδων με τα νέα στοιχεία της κλασικής αρχιτεκτονικής. Ο ναός παρουσιάζει πολλές ιδιομορφίες, που, το πιθανότερο, οφείλονται σε τοπικές λατρευτικές παραδόσεις. Κατ' αρχήν, εκπλήσσει όσον αφορά τον προσανατολισμό του, ο οποίος είναι Βορράς-Νότος, αντί για τον συνήθη Ανατολή-Δύση που είχαν όλοι οι άλλοι ναοί.
Θεμελιωμένος σε ειδικά διαμορφωμένο πλάτωμα πάνω στον φυσικό βράχο, κατασκευάσθηκε με κύριο υλικό τον τοπικό ιζηματογενή ασβεστόλιθο ανοικτού γκρίζου χρώματος, ενώ από μάρμαρο ορισμένα τμήματα της οροφής (όπως οι σίμες, οι σταγόνες, οι δοκοί, οι φατνωματικές πλάκες κ.ά.), τα κιονόκρανα του σηκού, οι εσωτερικές μετώπες και η ιωνική ζωφόρος , που είχε συνολικό μήκος 31 μ. και αποτελείτο από 23 μαρμάρινες πλάκες. Στις 12 απεικονίζεται η Αμαζονομαχία και στις υπόλοιπες 11 η Κενταυρομαχία.

Είναι δίστυλος ναός εν παραστάσι  και διατηρεί την επιμήκη κάτοψη (6Χ15) των αρχαϊκών ναών. Η εντύπωση αυτή αμβλυνόταν με την έντονη φωτοσκίαση που δημιουργούσαν το βάθος των πτερών στις στενές πλευρές και το βάθος του πρόναου και του οπισθόδομου. Στον σηκό, κατά μήκος των τοίχων, υπάρχουν ανά πέντε ιωνικοί ημικίονες συνδεδεμένοι με τους τοίχους με κτιστές γλώσσες. Στο βάθος, ένας κορινθιακός κίονας (ο πρώτος γνωστός στην ελληνική αρχιτεκτονική), του οποίου θραύσματα φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, ανάμεσα στους δύο δυτικότερους ημικίονες, χώριζε τον σηκό από το άδυτο που είχε ιδιαίτερη είσοδο από τα ανατολικά.
Κατά μία άποψη ο κίονας αυτός αποτελούσε ανεικονική παράσταση θεότητας, ακολουθώντας τις βαθιές λατρευτικές παραδόσεις της Αρκαδίας, ενώ σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, κορινθιακοί ήταν και οι δύο διαγώνιοι ημικίονες εκατέρωθεν του κεντρικού κορινθιακού. Στο άδυτο, που βρισκόταν πίσω από τον κίονα αυτόν, αν και δεν υπάρχουν στοιχεία, ίσως φυλασσόταν το λατρευτικό άγαλμα του θεού.
Τον ναό περιέτρεχε εξωτερικά δωρική ζωφόρος με ακόσμητες μετόπες και τρίγλυφα, ενώ ανάγλυφη διακόσμηση έφεραν μόνο οι εσωτερικές μετόπες των στενών πλευρών. Οι έξι μετόπες του πρόναου απεικόνιζαν την επιστροφή του Απόλλωνα στον Όλυμπο από τις Υπερβόρειες χώρες, και του οπισθόδομου την αρπαγή των θυγατέρων του Μεσσήνιου βασιλιά Λεύκιππου από τους Διόσκουρους. Τα αετώματα δεν είναι βέβαιο ότι έφεραν γλυπτό διάκοσμο.


Ο ναός του Επικουρίου Απόλλωνος είναι κτισμένος σε απομονωμένη και δυσπρόσιτη περιοχή, και έτσι δεν επηρεάστηκε άμεσα από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα της αρχαιότητας. Πιθανότατα η καταστροφή του ναού  ξεκίνησε από τους ρωμαϊκούς χρόνους, όταν αφαιρέθηκαν τα αετωματικά γλυπτά (αν υπήρχαν) και οι ανάγλυφες μετώπες της πρότασης, οι οποίες μεταφέρθηκαν από τον Οκταβιανό Αύγουστο (63 π.Χ. -14 μ.Χ.) στη Ρώμη προκειμένου να κοσμήσουν δημόσια κτήρια της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας του. Η ερήμωση του ναού θα πρέπει να συνδεθεί με τη γενικότερη παρακμή του ελληνικού πολιτισμού κατά τους υστερορωμαϊκούς χρόνους, καθώς επίσης και με την επικράτηση του Χριστιανισμού. Και πρέπει να σχετίζεται με το τέλος του μεγάλου πολιτιστικού και θρησκευτικού κέντρου της αρχαίας Ολυμπίας, το οποίο υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από ανθρώπινες παρεμβάσεις, επί βασιλείας των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Θεοδοσίου Α' (το 393 μ.Χ.) και Θεοδοσίου Β' ( 426 μ.Χ.). Η ολοκληρωτική καταστροφή της Ολυμπίας, ωστόσο, επήλθε έπειτα από δύο ισχυρούς σεισμούς, το 522 μ.Χ. και το 551 μ.Χ., κατά τους οποίους ισοπεδώθηκε ο ναός του Διός.


Αρχικά ένα μεγάλο τμήμα του ναού των Βασσών κατέρρευσε από την πτώση της στέγης εξαιτίας της γήρανσης των ξύλινων δοκών που τη συγκρατούσαν. Στη συνέχεια η καταστροφή ολοκληρώθηκε από τις ανθρώπινες επεμβάσεις, όταν το μεγαλύτερο τμήμα της τοιχοδομίας γκρεμίστηκε βιαίως για τον προσπορισμό του μετάλλου των συνδέσμων. Οι πρωταρχικές αιτίες της εκτεταμένης καταστροφής του μνημείου σε συνδυασμό με τις αντίξοες καιρικές συνθήκες της περιοχής (παγετός, μεγάλες μεταβολές θερμοκρασίας κατά τη διάρκεια του 24ώρου, ισχυροί άνεμοι και βροχές), τη σεισμική δραστηριότητα και τις ανθρώπινες επεμβάσεις είχαν ως συνέπεια ο ναός να υποστεί μεγάλες καταστροφές και αλλοιώσεις.
Παρέμεινε ερειπωμένος και μόνον πολλούς αιώνες αργότερα, μόλις το 1765, εντοπίστηκε από τον Γάλλο αρχιτέκτονα και περιηγητή Μποσέ. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι περισσότεροι κίονες του ναού (εκτός των δύο γωνιαίων της νότιας πλευράς) έστεκαν στη θέση τους μαζί με τα επιστύλιά τους. Στο εσωτερικό, όμως, από την κατάρρευση του δομικού υλικού του ναού υπήρχε ένας σωρός ερειπίων ο οποίος έφθανε τα 4 μ. ύψος.


Το 1814 η ζωφόρος αγοράστηκε σε δημοπρασία με εντολή του Άγγλου αντιβασιλιά πρίγκιπα Γεωργίου και το 1815 κατέληξε στο Βρετανικό Μουσείο. Πολλοί χαρακτήρισαν την υφαρπαγή των μνημείων πράξη βανδαλισμού αντίστοιχη με αυτή του λόρδου Έλγιν.
Ανασκαφές και αναστηλωτικές επεμβάσεις ξεκίνησαν το 1902 από την Αρχαιολογική Εταιρεία, ενώ το 1975 συστάθηκε η Επιτροπή Συντηρήσεως του Ναού του Επικουρίου Απόλλωνος, που ανέλαβε τον προγραμματισμό και τη σύνταξη των σχετικών μελετών για τα έργα συντήρησης και αναστήλωσης. 
Το 1986 ο αρχαιολογικός χώρος των Βασσών είναι ο πρώτος που εντάχθηκε στα προστατευόμενα από την UNESCO μνημεία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Από το 1987 ο ναός προστατεύεται από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες με ειδικό στέγαστρο, που λέγεται ότι θα απομακρυνθεί μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων εργασιών. Είθε να ολοκληρωθούν κάποτε!
Μαρ.Μαρ.
Πηγές για το ομώνυμο θέμα:
Περιοδικό «Ιστορία», του ιστορικού Ελευθέριου Καντζίνου
Υπουργείο Πολιτισμού, της αρχαιολόγου Ολυμπίας Βικάτου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...