Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Τι έγινε την 25η Μαρτίου του 1821;

Η Ιστορία αυτήν ακριβώς την ημερομηνία δεν καταγράφει κανένα γεγονός – αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς. Εντούτοις, στα χωράφια της ευδοκιμούν και ενσωματώνονται μύθοι και πολλάκις διαστρεβλώσεις ένθεν κακείθεν. Εν πρώτοις, να κρατείται το εθνικό φρόνημα υψηλό επί παντός καιρού και τελευταίως μας ενέσκηψαν και οι ρεπουσικοί συνωστισμοί. Ωστόσο η Ιστορία, εύρεση και έκθεση της αλήθειας, είναι επιστήμη και φυλάει καλά τις αποδείξεις της.
Ας πάρουμε τα πράγματα, λοιπόν, από την αρχή και ας παραθέσουμε αδρομερώς τα γεγονότα εκείνης της εποχής:
Είχε φθάσει το πλήρωμα του χρόνου για τον ξεσηκωμό και οι συνθήκες ήταν πια ευνοϊκές για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και τη διεκδίκηση ελεύθερου ελληνικού κράτους.
Η Επανάσταση του 1821 ξεκίνησε από πολλά κοινωνικά στρώματα και δυνάμεις, που, αν και είχαν διαφορετικά και πολλές φορές αντικρουόμενα συμφέροντα, συμφωνούσαν στο βασικό: να φύγουν οι Τούρκοι.

Το 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης αναλαμβάνει την ηγεσία και η Φιλική Εταιρεία εισέρχεται στη φάση της προετοιμασίας για πολεμική αναμέτρηση. Η εξέγερση είχε σχεδιασθεί να ξεκινήσει από τρία σημεία: τη Μολδοβλαχία (Φεβρουάριος 1821, όπου ηττάται και διασκορπίζεται ο στρατός του Υψηλάντη), την Κωνσταντινούπολη (η οποία τελικά θα μείνει αμέτοχη και εχθρική σε οποιαδήποτε ανατρεπτική πρόταση) και τον Μοριά (όπου στάλθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης, αδελφός του Αλέξανδρου).Το επαναστατικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί από τους αποστόλους της Φιλικής Εταιρείας αποτελούσε εγγύηση για την καθολική συμμετοχή στον Αγώνα.
Για την επιλογή του Μοριά (οι Τούρκοι εδώ αποτελούσαν το 10% του πληθυσμού του) ως κέντρο του επαναστατικού αγώνα συνηγορούσαν πολλοί παράγοντες, εκτός του ότι η Πελοπόννησος, ούτως ή άλλως, ήταν η κυριότερη πύλη του οθωμανικού χώρου προς της Δύση. Ήταν η γεωγραφική μορφολογία που δυσκόλευε την επιβολή κεντρικού ελέγχου αλλά και απαγόρευε τη χρήση του ιππικού του οθωμανικού στρατού. Ήταν η μεγάλη εμπειρία που διέθεταν στην άσκηση της εξουσίας οι Πελοποννήσιοι προύχοντες καθώς και σημαντικά υλικά μέσα. Ήταν οι σημαντικοί ένοπλοι που είχαν δραστηριοποιηθεί εκεί, και, επιπλέον, η οθωμανική εξουσία ήταν εκεί αδύναμη. Η περιοχή, άλλωστε, ήταν η πλέον οχυρή της Αυτοκρατορίας, χάριν των φρουρίων, ένα έργο των μηχανικών της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. 

Στα τέλη του 1820 οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να υποπτεύονται ότι ετοιμαζόταν εξέγερση και η Υψηλή Πύλη, διαβλέποντας τους κινδύνους που απειλούσαν τον Μοριά, θα στείλει στην περιοχή έναν από τους πιο άξιους πασάδες της, τον Χουρσίτ, ως βαλή του Μορέως, ο οποίος όμως θα αναγκασθεί να σπεύσει άμεσα με τα καλύτερα στρατεύματά του στην Ήπειρο για να καταστείλει την ανταρσία του Αλή Πασά. Και, έτσι, η οθωμανική εξουσία στην Τριπολιτσά θα μείνει στα χέρια ενός απλού αγά, του Μεχμέτ Σαλήχ, ο οποίος θα αναλάβει να εφαρμόσει ένα δύσκολο έργο, το σχέδιο πρόληψης των ταραχών στον Μοριά. Παράλληλα,
εκείνο τον καιρό στην Πελοπόννησο είχαν δραστηριοποιηθεί σημαντικοί κλέφτες: ο Αναγνωσταράς, οι Πετμεζάδες, οι Κουμανιώτες, ενώ στις αρχές Ιανουαρίου έφθασε στη Μάνη και ο Κολοκοτρώνης.

Το μοναδικό σχέδιο που απέμενε να καταστρώσει και να πραγματοποιήσει ο Μεχμέτ Σελήχ ήταν να συγκεντρώσει τους σημαντικούς χριστιανούς στην Τριπολιτσά και, μάλιστα, επειγόντως, διότι συσσωρεύονταν διάφορες ύποπτες ενδείξεις, όπως η δραστηριοποίηση και η επέκταση των μπαρουτόμυλων των αδελφών Σπηλιοτόπουλων στη Δημητσάνα. Οι περισσότεροι ανταποκρίθηκαν και άρχισαν να παρουσιάζονται αυξάνοντας την ταραχή και τις υποψίες των κλεφτών.
Ωστόσο, το κλειδί για τις εξελίξεις το κρατούσαν δύο κρίσιμες περιοχές: η Αχαΐα και η Μάνη. Η Πάτρα ήταν το οικονομικό κέντρο του Μοριά. Η εξαγωγή σταφίδας, οι βιοτεχνίες, η σχέση με τα Επτάνησα και η ύπαρξη σε αυτήν ξένων προξενείων και εμπορικών οίκων τής έδιναν εξέχουσα σημασία. Οι πρόκριτοι της Αχαΐας, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, οι Ρούφοι, οι Ζαΐμηδες των Καλαβρύτων, ο Λόντος της Βοστίτζας (Αίγιο) ήταν ισχυροί παράγοντες και μυημένοι στη Φιλική Εταιρεία. Στην πρόσκληση του αγά, περιμένοντας οδηγίες από τους Φιλικούς της Κωνσταντινούπολης, αυτοί αποφάσισαν να καθυστερήσουν και κατέφυγαν στα ορεινά.
Στην άλλη πλευρά, η Μάνη, με ισχυρές οικογένειες (σόγια), προεξαρχόντων των Μαυρομιχαλαίων, εξαρτιόταν διοικητικά από τον Καπουδάν Πασά (ναύαρχο του οθωμανικού στόλου) και είχε σημαντική ελευθερία κινήσεων προς τους πασάδες της Τριπολιτσάς. Οι Μαυρομιχαλαίοι, μυημένοι στο σχέδιο του ξεσηκωμού, έλαβαν την απόφαση να στείλουν τον γιο του Πετρόμπεη, Αναστάση, μαζί με έναν συγγενή, ως εκπρόσωπο στην Τριπολιτσά, για να αποκοιμίσουν τους Τούρκους.

Ημέρα για την κήρυξη της Επανάστασης είχε ορισθεί από τους Φιλικούς και πολλούς οπλαρχηγούς η 25η Μαρτίου, εξαιτίας του θρησκευτικού και συμβολικά αλληγορικού της χαρακτήρα. Τελικά, τα γεγονότα άλλαξαν τον οποιονδήποτε σχεδιασμό:
15 Μαρτίου: Κάποιοι από τους κλέφτες και τους οπλαρχηγούς, αφού πήραν την ευχή του γερο-Ασημάκη Ζαΐμη, επιτέθηκαν, ανεπιτυχώς, σε φοροεισπράκτορα. Όταν οι μουσουλμάνοι των Καλαβρύτων πληροφορήθηκαν τα συμβάντα, κλείστηκαν, πανικόβλητοι, χωρίς εφόδια σε οχυρούς πύργους και παραδόθηκαν λίγες ημέρες μετά.
Εν τω μεταξύ έχουν αρχίσει με ένταση οι επιθέσεις και οι φόνοι σε γυφτοχαρατσήδες (φοροεισπράκτορες), σπαΐδες, ταχυδρόμους, ταξιδιώτες, χριστιανούς και μουσουλμάνους, στη βόρεια Πελοπόννησο. Σε κάθε ταραχή, αληθινή ή φανταστική, οι Τούρκοι τρέπονται σε φυγή για προστασία. Άρχισαν, έτσι, μεμονωμένες σφαγές και λεηλασίες μουσουλμανικών περιουσιών, γεγονός που είχε ως συνέπεια την επιτάχυνση των εξελίξεων.
22 Μαρτίου: Οι πρόκριτοι της Αχαΐας καταλαβαίνουν ότι ξέφυγε η κατάσταση και αποφασίζουν να επέμβουν. Φθάνουν στην Πάτρα επικεφαλής των ενόπλων τους οι Παπαδιαμαντόπουλος, Ανδρέας Λόντος, Παλαιών Πατρών Γερμανός, Ζαΐμης, Ρούφος και άλλοι κατώτεροι προεστοί και ιερωμένοι, ενώ οι πρόξενοι των ξένων δυνάμεων καταφεύγουν στα πλοία τους. Η εξέγερση λαμβάνει πλέον απροκάλυπτο χαρακτήρα.

Ο δε Παλαιών Πατρών Γερμανός διατάζει και στήνουν στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου σταυρό, τον οποίο τρέχουν και ασπάζονται οι παρευρεθέντες, ορκιζόμενοι τον υπέρ πίστεως και πατρίδος όρκο. Υψώνονται σημαίες (κόκκινες, όπως των Οθωμανών, με τον σταυρό στη θέση του μισοφέγγαρου), τελούνται δοξολογίες και εκδίδεται επαναστατική διακήρυξη.
Στη συνέχεια, όμως, η έκβαση δεν ήταν καλή για την Πάτρα. Οι Τούρκοι έχουν βρεθεί συγκεντρωμένοι και αποκλεισμένοι στην ακρόπολη, χωρίς ούτε νερό. Αλλά, θα τους σώσει ένα τυχαίο γεγονός. Ο Γιουσούφ Πασάς της Εύβοιας, ο οποίος, πηγαίνοντας για τα Γιάννενα, μαθαίνει τα συμβαίνοντα στην Πάτρα, περνάει στο Ρίο και με 300 οπλοφόρους επιτίθεται εναντίον των χριστιανών, απελευθερώνει τους μουσουλμάνους και καταστρέφει, καίει και λεηλατεί τις χριστιανικές περιουσίες. Αφήνει πολλούς χριστιανούς νεκρούς και, κατόπιν, η πόλη θα παραμείνει οθωμανική ως το τέλος του Αγώνα.
Οι ειδήσεις για τα νέα στην Αχαΐα φθάνουν γρήγορα στη Μάνη. Την ίδια ημέρα 2.000 αγωνιστές με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και άλλους οπλαρχηγούς απελευθερώνουν την Καλαμάτα. Οι Τούρκοι αιφνιδιάσθηκαν και παραδόθηκαν, ενώ τελέστηκε δοξολογία και εκδόθηκε επαναστατική διακήρυξη με ημερομηνία 25 Μαρτίου.
Η Επανάσταση σιγά σιγά θα εξαπλωθεί σε όλο τον ελληνικό χώρο.

Καταλήγοντας, η έναρξη της Επανάστασης έγινε κλιμακωτά και, στις 25 Μαρτίου, στα δύο κέντρα της εξέγερσης, Αχαΐα και Μάνη, είχαν ήδη δρομολογηθεί τα γεγονότα. Η επίκληση της ημερομηνίας έχει συμβολική και τελετουργική σημασία. Στη σημαδιακή αυτή ημέρα ανήγγειλε ο Θεός την απόφασή του για απελευθέρωση των Ελλήνων, όπως ακριβώς τον καιρό της παρθένου Μαρίας είχε προαναγγείλει τη γέννηση του Ιησού και τη σωτηρία του κόσμου. Το νόημα του Ευαγγελισμού ήταν ισχυρό, και η θεϊκή εντολή απαραίτητη για ένα τόσο μεγάλο τόλμημα...
Η στήριξη της Επανάστασης από την αρχή είχε βασισθεί στην κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων που η Ευρώπη τόσο θαύμαζε, αλλά και στην εντολή της Θείας Πρόνοιας, που ο απλός λαός τόσο πίστευε.
Επίσης, κάτι που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν ύψωσε τη σημαία στην Αγία Λαύρα, αφού βρισκόταν στην Πάτρα και όρκιζε τους επαναστάτες – μάλιστα, δεν κάνει ούτε ο ίδιος στα απομνημονεύματά του καμία τέτοια αναφορά. Τον μύθο τον οφείλουμε στον περιηγητή Πουκεβίλ που τον αναφέρει στην Ιστορία της Αναγεννήσεως της Ελλάδος και ο οποίος συνδαυλίσθηκε με τον χρόνο και από τον πίνακα του Θεόδωρου Βρυζάκη Ο Όρκος της Αγίας Λαύρας (1851).
Το 1838, με βασιλικό διάταγμα του Όθωνα, η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική εορτή. 
Μαρίνα Αθ. Μαραγκού
Texnografia
Βιβλιογραφία:
Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως
Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία, τόμ. Γ’, ΕΑΠ, 1999
Τόμος Ελλάς Παπύρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...