Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Οδυσσέας Ελύτης - Τα δημόσια και τα ιδιωτικά

Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο· που έτσι και συμβεί να μου λείπει μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις· ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια ένα πιο στέρεο έδαφος για να πατήσει το πόδι μου –παραλίγο να πω η ψυχή μου.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο απλώς σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.
Θέλω να πιστεύω –και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη γνώση– ότι, όπως και να το εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ο ρ θ ο γ ρ α φ ί α, όπου το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί, από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Με τη Μαρίνα Καραγάτση
Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε, και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο του ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω.
[…]  Όμως, για να το αντιληφθεί  αυτό κανείς, πρέπει να έχει περάσει όλες τις διεργασίες, όσες απαιτούνται για να μπορεί να κρίνει το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι, αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο –κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό, αδυνατεί να το υπερβεί. Σε αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα […]

ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ ΚΑΙ  ΝΑ ΨΙΛΟΒΡΕΧΕΙ.
Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ τον γερο-Λεμονή που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας·  θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, «μ’ έναν παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του». Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τους τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και το κορμί του το κεραμιδί, που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ’ναι κι ένας υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε.
Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών, μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. […] Θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται, χωρίς να σημειώνεται το παραμικρό χάσμα.
[…] Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός στην ιστορία όχι με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικό που θ’ αντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με τη φύση και στη διαιώνιση των καρπών ενός τέτοιου γάμου.

[…] Συνηγορούν έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες όχι καν για να την ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε· περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιολίθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού της ύλης· έως, τέλος, τ’ αντικείμενά τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.
Εδώ δεν ξέρω πώς να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι εννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να υπάρχει και γι’ αυτά μια φωτοταξία που, όπως εξασφαλίζει στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να ανανεώνονται αέναα και να μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ’ αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ’ απ’ τις πιο τρομερές θεομηνίες που τσακίζουν πολιτισμούς και αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν από τον έναν στον άλλο αιώνα και να περνούν πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωστού στη συλλέκτρια των κρόκων της Θήρας, κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτό στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας.
Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή κατοικούμε στα ίδια χώματα.
Οδυσσέας Ελύτης «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά»
 

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως
Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ' τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρισα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά
Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα


ΤΑ ΝΗΣΙΑ με το μίνιο και με το φούμο
τα νησιά με το σπόνδυλο κάποιανου Δία
τα νησιά με τους έρημους ταρσανάδες
τα νησιά με τα πόσιμα γαλάζια ηφαίστεια

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι
Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει
Του κορμού του αρχαίου του δέντρου η Ήρα
ο δαφνώνας ο απέραντος ο φωτοφάγος
ένα σπίτι σαν άγκυρα κάτω στο βάθος
η Κυρα-Πηνελόπη με την ηλακάτη
Της αντίπερα όχθης των πουλιών ο βόσπορος
ένα κίτρο απ' όπου ο ουρανός εχύθηκε
η γλαυκή ακοή μισή κάτω απ' το πέλαγος
μακροσύσκιοι ψίθυροι νυμφών και σφένταμων
ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (1959)

 ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΠΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ
ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

Πώς να ’ναι τώρα οι άνθρωποι; Άραγες 
Να φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους γερτούς
Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;
Κερασιές να υπάρχουνε;
Και ποια τώρα να κάνει
Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
Αγία το θαύμα της;
Το Θεό τον έπιανες μες στον αέρα
Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού
Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες
ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ (1974)
 
Κι άλλοι κραδαίνοντας τριγωνικά σημαιάκια
Μες στις ακαθαρσίες
Του καλοκαιριού τη λάβρα και τις καβαλίνες
Άγγελοι προ Χριστού απιθώνανε πουλιά στοές και φοινικόδεντρα
Πάνω στην άμμο· ξέροντας πως αυτά όλα ένα όνειρο είναι
Που θα το δω μια μέρα κουρασμένος και σε άκρα απόγνωση
Όμως δεν είναι πάντα σε όνειρο που όλοι μας γυρεύουμε
Από μια σ' άλλη γενεά κείνο το ήλεκτρο
Που έκανε των ανθρώπων πράους τους δεσμούς
Την άγνωστη φαιά ουσία που ήξερε
Νόμους διαφανείς να διατυπώνει· ώστε ο ένας του άλλου
Τις κοιλάδες τις μέσα του, είτε με νέφη
Καλυμμένες είτε σε ήλιο εκτεθειμένες, ασκεπής ν' ατενίζει
Ναι, κανείς δεν ξέρει. Μια υπόθεση όλα και συγγνώμην
Αλλά χρόνους πολλούς μετά που οι άνθρωποι συνοίκησαν
Είμαστε ακόμη στα δεσμά. Λοξές περνάν οι αχτίδες
Από τα ματόκλαδα κι ίριδα πάνω στ' αρμυρό
Το δάκρυ βγάνουν. Από κει το φως των Μάγων
Κι η πορεία για κει όπου η Προσκύνησις άλλο νόημα
Ν' αποκτήσει γίνεται
ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ (1991)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...