Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Αριστοφάνης - Αχαρνής (στ. 1-42)

(Αθήνα περ. 445 – περ. 386). Ο κορυφαίος ποιητής της Αρχαίας Κωμωδίας. Ο μεγαλοφυής συνδυασμός ευρηματικής κωμικής φαντασίας, σατιρικού οίστρου, γλωσσικής ευρηματικότητας και υψηλής ποιότητας λυρισμού, μαζί με την αθυροστομία έλαμψε και έσβησε με τον Αριστοφάνη. Πολέμησε τους δημαγωγούς και τους πολεμοκάπηλους, έκρινε με σκληρότητα τον αμοραλισμό της νεολαίας, τα τεχνάσματα των νέων φιλοσόφων, τον μοντερνισμό και την ελευθεριότητα στην τέχνη. Μεγάλωσε κατά τους χρόνους της ακμής της Περίκλειας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, έζησε την τραγωδία του Πελοποννησιακού πολέμου και την πτώση της Αθήνας αποτελώντας έτσι σημαντική ιστορική πηγή. Έργα του: Ιππής, Αχαρνής, Ειρήνη, Λυσιστράτη, Σφήκες, Θεσμοφοριάζουσες, Βάτραχοι, Νεφέλες, Εκκλησιάζουσες, Όρνιθες, Πλούτος.

 Αχαρνής - Σαββόπουλος (Παράβαση και Στάσιμο)




ΑΧΑΡΝΗΣ (425 π.Χ. α΄ Βραβείο)

Στο έργο ο ποιητής καταδικάζει τη φιλοπόλεμη τακτική των ιθυνόντων, εκθειάζει τις ομορφιές της ειρηνικής ζωής, σαρκάζοντας επ’ ευκαιρία και τον Ευριπίδη.

ΥΠΟΘΕΣΗ
Η Αθήνα και η Σπάρτη βρίσκονται ήδη στον 6ο χρόνο του μεταξύ τους πολέμου. Ο αγροτικός πληθυσμός της Αθήνας έχει μαζευτεί μέσα στα τείχη της πόλης όπου οι συνθήκες ζωής είναι δραματικές. Ο Αθηναίος αγρότης Δικαιόπολις είναι απογοητευμένος γιατί οι πολίτες δεν πηγαίνουν στις συνελεύσεις, οι πολιτικοί δεν νοιάζονται για την ειρήνη, και η διαχείριση των κοινών είναι αδιαφανής. Βλέποντας ότι αυτά επαναλαμβάνονται και στην συνέλευση αυτής της ημέρας, αποφασίζει να κλείσει μόνος του ειρήνη με την Σπάρτη και έτσι αρχίζει να απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα που αυτό συνεπάγεται...

Δικαιόπολις
ὅσα δὴ δέδηγμαι τὴν ἐμαυτοῦ καρδίαν,
ἥσθην δὲ βαιά, πάνυ δὲ βαιά, τέτταρα·
ἃ δ᾽ ὠδυνήθην, ψαμμακοσιογάργαρα.
φέρ᾽ ἴδω, τί δ᾽ ἥσθην ἄξιον χαιρηδόνος;
ἐγᾦδ᾽ ἐφ᾽ ᾧ γε τὸ κέαρ ηὐφράνθην ἰδών, 5
τοῖς πέντε ταλάντοις οἷς Κλέων ἐξήμεσεν.
ταῦθ᾽ ὡς ἐγανώθην, καὶ φιλῶ τοὺς ἱππέας
διὰ τοῦτο τοὔργον· ἄξιον γὰρ Ἑλλάδι.
ἀλλ᾽ ὠδυνήθην ἕτερον αὖ τραγῳδικόν,
ὅτε δὴ ᾽κεχήνη προσδοκῶν τὸν Αἰσχύλον, 10
ὁ δ᾽ ἀνεῖπεν, εἴσαγ᾽ ὦ Θέογνι τὸν χορόν.
πῶς τοῦτ᾽ ἔσεισέ μου δοκεῖς τὴν καρδίαν;
ἀλλ᾽ ἕτερον ἥσθην, ἡνίκ᾽ ἐπὶ Μόσχῳ ποτὲ
Δεξίθεος εἰσῆλθ᾽ ᾀσόμενος Βοιώτιον.
τῆτες δ᾽ ἀπέθανον καὶ διεστράφην ἰδών, 15
ὅτε δὴ παρέκυψε Χαῖρις ἐπὶ τὸν ὄρθιον.
ἀλλ᾽ οὐδεπώποτ᾽ ἐξ ὅτου ᾽γὼ ῥύπτομαι
οὕτως ἐδήχθην ὑπὸ κονίας τὰς ὀφρῦς
ὡς νῦν, ὁπότ᾽ οὔσης κυρίας ἐκκλησίας
ἑωθινῆς ἔρημος ἡ πνὺξ αὑτηί, 20
οἱ δ᾽ ἐν ἀγορᾷ λαλοῦσι κἄνω καὶ κάτω
τὸ σχοινίον φεύγουσι τὸ μεμιλτωμένον.
οὐδ᾽ οἱ πρυτάνεις ἥκουσιν, ἀλλ᾽ ἀωρίαν
ἥκοντες, εἶτα δ᾽ ὠστιοῦνται πῶς δοκεῖς
ἐλθόντες ἀλλήλοισι περὶ πρώτου ξύλου, 25
ἁθρόοι καταρρέοντες· εἰρήνη δ᾽ ὅπως
ἔσται προτιμῶσ᾽ οὐδέν· ὦ πόλις πόλις.
ἐγὼ δ᾽ ἀεὶ πρώτιστος εἰς ἐκκλησίαν
νοστῶν κάθημαι· κᾆτ᾽ ἐπειδὰν ὦ μόνος,
στένω κέχηνα σκορδινῶμαι πέρδομαι, 30
ἀπορῶ γράφω παρατίλλομαι λογίζομαι,
ἀποβλέπων ἐς τὸν ἀγρὸν εἰρήνης ἐρῶν,
στυγῶν μὲν ἄστυ τὸν δ᾽ ἐμὸν δῆμον ποθῶν,
ὃς οὐδεπώποτ᾽ εἶπεν, ἄνθρακας πρίω,
οὐκ ὄξος οὐκ ἔλαιον, οὐδ᾽ ᾔδει "πρίω," 35
ἀλλ᾽ αὐτὸς ἔφερε πάντα χὠ πρίων ἀπῆν.
νῦν οὖν ἀτεχνῶς ἥκω παρεσκευασμένος
βοᾶν ὑποκρούειν λοιδορεῖν τοὺς ῥήτορας,
ἐάν τις ἄλλο πλὴν περὶ εἰρήνης λέγῃ.
ἀλλ᾽ οἱ πρυτάνεις γὰρ οὑτοιὶ μεσημβρινοί. 40
οὐκ ἠγόρευον; τοῦτ᾽ ἐκεῖν᾽ οὑγὼ ᾽λεγον·
ἐς τὴν προεδρίαν πᾶς ἀνὴρ ὠστίζεται.

Νεοελληνική μετάφραση

Δικαιόπολις
Οι δαγκωνιές στην καρδιά μου είναι πολλές, οι χαρές λιγοστές, πολύ λίγες, τέσσερις. Οι πόνοι χίλιοι τέσσερις. Άντε να θυμηθώ τι χαρά άξια έζησα. Εκείνο που είδα και η καρδιά μου ευφράνθηκε είναι τα πέντε τάλαντα που ξέρασε ο Κλέωνας - αχ πολύ το χάρηκα αυτό και αγαπάω τους Ιππείς γι’ αυτό τους το έργο. Αυτό το τιμάει η Ελλάδα! Πόνος όμως ήταν το άλλο στο θέατρο, που περίμενα όλος λαχτάρα Αισχύλο και ο κήρυκας είπε «Θέογνη το Χορό σου»! Τι ταμπλάς ήταν!
Το άλλο που χάρηκα ήταν που μπήκε στη σκηνή ο Δεξίθεος - μετά απ’ τον Μόσχο, να τραγουδήσει Βοιώτικα, μα άνοιξε γη κι αλληθώρισα φέτος που μπήκε να πει λεβέντικο ύμνο μπαταρισμένος ο Χαίρης (ο φάλτσος). Και από τότε που άρχισα και πλένω το πρόσωπο ποτέ δεν μου έτσουξε η βρώμα τα μάτια όσο τώρα που έχουμε Συνέλευση επίσημη κι είναι πρωί κι η Πνύκα μας άδεια! Κι όμως στην αγορά φλυαρίες και τσάρκες και φευγάλες μην πέσει το φούμο του μπόγια κι οι πρυτάνεις δεν έρχονται κι όλο αργούν και ύστερα σπρώχνονται, όσοι αργήσουν, να βρουν ν’ αγκαζάρουν θέση μπροστά.. Και για ειρήνη - για το αν και το πώς… ούτε λόγο δεν κάνουν.
Αχ πατρίδα μου Αθήνα! Κι εγώ πάντα πρώτος παρών στη Συνέλευση προσμένω και κάθομαι και μόνος βαριέμαι και ρίχνω στεναγμούς και χαζεύω και χασμουριέμαι, σέρνω γραμμές στο χώμα και ξύνομαι και μαδάω τα μαλλιά μου και φέρνω στο νου τα χωράφια και σκέφτομαι. Αγαπώ την ειρήνη, τη βαριέμαι την πόλη, τους χωριανούς μου ποθώ που ποτέ τους δεν είπαν «δώσε για κάρβουνο, δώσε για ξίδι, για λάδι» και τέτοια. Τα παράγουνε μόνοι τους, το «αγοράζω» δεν το ξέρουν. Και τώρα που ήρθα πανέτοιμος είμαι για φωνές και προγκίγματα και να βαρέσω τον όποιον πάει να πει για οτιδήποτε άλλο εκτός για ειρήνη.
Α! οι πρυτάνεις! Μεσημέριασε κι ήρθαν! Δεν έβγαζαν λόγο; Εμ το έλεγα εγώ. Για πρωτεία στριμώχνονται όλοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...