Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Ησιόδου Θεογονία


Σύντομο βιογραφικό του ποιητή

Ο Ησίοδος (μεταξύ 750 και 700; π.Χ.) είναι μετά τον Όμηρο, που δημιούργησε το ηρωικό έπος, ο πλέον σημαντικός επικός ποιητής και εκπρόσωπος ενός άλλου είδους έπους, του διδακτικού.
Γεννήθηκε στην Άσκρα της Βοιωτίας αφού ο πατέρας του μετακόμισε από την Κύμη της Αιολίδας της Μικράς Ασίας. Εν αντιθέσει με τον  Όμηρο που  παρουσιάζεται απρόσωπα κρύβοντας καλά από τον αναγνώστη την ταυτότητά του, ο Ησίοδος μας παρέχει στο έργο του (ειδικά στα «Έργα και Ημέραι») όλες τις πληροφορίες για το πρόσωπό του, ενώ πρέπει να επισημανθεί ότι βρίσκεται γεωγραφικά και κοινωνικά σε μια τελείως διαφορετική περιοχή. Κινείται σε ένα καθαρά αγροτικό πλαίσιο –απέναντι από την αριστοκρατική κοινωνία του Ομήρου– και ο κόσμος του είναι αυτός των μικρών γεωργών που δουλεύουν σκληρά και υπό πολύ αντίξοες συνθήκες.  
Το χρίσμα της ποίησης το λαμβάνει από τις Μούσες, που του προσφέρουν ένα κλαδί δάφνης, κάποια φορά που έβοσκε τα πρόβατα στον Ελικώνα. Αυτό το ερμηνεύει σαν αποστολή για να τραγουδήσει «τ τ ἐόντα τ τ σσμενα πρ τ ἐόντα», δηλαδή τα παρελθόντα και τα μελλούμενα, αφού προηγουμένως έχει ο ίδιος έρθει σε επαφή με την ομηρική ποίηση μέσω των ραψωδών.
Έργα του είναι η Θεογονία, το Έργα και Ημέραι και Κατάλογος ή Κατάλογος γυναικών ή Ηοίαι.
Η Θεογονία αφηγείται τη δημιουργία του κόσμου, συγκροτώντας το σύστημα μυθολογίας των θεών. Σημειωτέον ότι ο μύθος της δημιουργίας των θεών διαφαίνεται να είναι εν μέρει γνωστός και στον Όμηρο. Ο Ησίοδος προσπάθησε λοιπόν να δημιουργήσει μια κοσμογονία και μια θεολογία με τους κυριότερους σταθμούς της διαδοχής των θεών ως την τελική εγκαθίδρυση του Δία, που επικρατεί πάνω σε όλες τις δυνάμεις και είναι η προσωποποίηση  της νοημοσύνης και της λογικής.
Στο Έργα και Ημέραι τα κύρια θέματά του είναι το «δίκαιο» και η «εργασία». Περιλαμβάνονται ο μύθος του Προμηθέα, της Πανδώρας και ο μύθος των πέντε γενών. Στον μύθο των πέντε γενών ο Ησίοδος συνθέτει έναν μεγάλο ανθρωπολογικό πίνακα, περιγράφοντας τη βιολογική κατάπτωση του ανθρώπου από μια παραδείσια κατάσταση (χρυσό γένος) στη σημερινή του πόνου, της λύπης και της αθλιότητας (σιδηρό γένος) με την παρεμβολή μόνο του τέταρτου γένους των ηρώων αλλάζοντας τη σχέση κατά κάποιον τρόπο αυτής της πτωτικής γραμμής.

Θεογονα (Στ. 1-52, 116-153)

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Μουσων λικωνιδων ρχμεθ εδειν,
α θ λικνος χουσιν ρος μγα τε ζθεν τε
κα τε περ κρνην οειδα πσσ παλοσιν
ρχενται κα βωμν ρισθενος Κρονωνος·

κα τε λοεσσμεναι τρενα χρα Περμησσοο                                            5
ππου κρνης λμειο ζαθοιο
κροττ λικνι χορος νεποισαντο
καλος, μερεντας· περρσαντο δ ποσσν.
νθεν πορνμεναι, κεκαλυμμναι ἠέρι πολλ,
ννχιαι στεχον περικαλλα σσαν εσαι,                                               10
μνεσαι Δα τ αγοχον κα πτνιαν ρην
ργεην, χρυσοισι πεδλοις μβεβαυαν,
κορην τ αγιχοιο Δις γλαυκπιν θνην
Φοβν τ πλλωνα κα ρτεμιν οχαιραν
δ Ποσειδωνα γαιοχον, ννοσγαιον,                                                   15
κα Θμιν αδοην λικοβλφαρν τ φροδτην
βην τε χρυσοστφανον καλν τε Δινην
Λητ τ απετν τε δ Κρνον γκυλομτην
Ἠῶ τ Ἠέλιν τε μγαν λαμπρν τε Σελνην
Γαῖάν τ κεανν τε μγαν κα Νκτα μλαιναν                                     20
λλων τ θαντων ερν γνος αἰὲν ἐόντων.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ας αρχίσουμε το τραγούδι με τις Μούσες τις Ελικωνιάδες που κατέχουν τον Ελικώνα, το ιερό και μεγαλόπρεπο βουνό και χορεύουν με τ’απαλά τους πόδια, γυρ’ από την κρήνη με τους μενεξέδες και τον βωμό του μεγαλοδύναμου γυιού του Κρόνου, και σαν λούσουν τα τρυφερά κορμιά τους στον Περμησσό ή στην Ιπποκρήνη ή στον σεβαστό
Ολμειό, στην πιο ψηλή κορφή του Ελικώνα, στήνουν χορούς μαγευτικούς, βάζοντας δύναμη στα πόδια τους. Κι από κει ξεπηδούν μεσ’ τη νύχτα, τυλιγμένες σε πυκνή ομίχλη και πηγαίνουν υμνώντας με πανέμορφη φωνή τον Δία τον Αιγίοχο, την Αργεία την Ήρα τη σεβαστή, τη χρυσοπέδιλη, και την κόρη του Αιγίοχου Δία, τη γλαυκομάτα Αθηνά, τον Φοίβο Απόλλωνα και την τοξεύτρα Άρτεμη, τον αφέντη της γης, τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα και τη σεμνή Θέμιδα, την παιχνιδοβλέφαρη Αφροδίτη και τη χρυσοστεφανωμένη Ήβη, την όμορφη Διώνη και τη Λητώ, τον Ιαπετό και τον δόλιο Κρόνο, την Ηώ και τον μέγα Ήλιο, τη λαμπρή Σελήνη και τη Γαία, τον Ωκεανό τον μέγα και τη μαύρη Νύχτα και την ιερή γενιά των αιώνιων άλλων αθανάτων.

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
Α ν ποθ σοδον καλν δδαξαν οιδν,
ρνας ποιμανονθ λικνος πο ζαθοιο.
Τνδε δ με πρτιστα θεα πρς μθον ειπον,
Μοσαι λυμπιδες, κοραι Δις αγιχοιο·                                            25
    «Ποιμνες γραυλοι, κκ λγχεα, γαστρες οον,
δμεν ψεδεα πολλ λγειν τμοισιν μοα,
δμεν δ, ετ θλωμεν, ληθα γηρσασθαι.»
    ς φασαν κοραι μεγλου Δις ρτιπειαι·
κα μοι σκπτρον δον δφνης ριθηλος ζον                                         30
δρψασαι, θηητν· νπνευσαν δ μοι οιδν
θσπιν, να κλεοιμι τ τ σσμενα πρ τ ἐόντα.
Κα μ κλονθ μνεν μακρων γνος αἰὲν ἐόντων,
σφς δ ατς πρτν τε κα στατον αἰὲν εδειν.
λλ τ μοι τατα περ δρν περ πτρην;                                           35

    Τνη, Μουσων ρχμεθα, τα Δι πατρ
μνεσαι τρπουσι μγαν νον ντς λμπου,
ερεσαι τ τ ἐόντα τ τ σσμενα πρ τ ἐόντα,
φων μηρεσαι· τν δ κματος ῥέει αδ
κ στομτων δεα· γελ δ τε δματα πατρς                                          40
Ζηνς ριγδοποιο θεν π λειριοσσ
σκιδναμν· χε δ κρη νιφεντος λμπου
δματ τ θαντων. Α δ μβροτον σσαν εσαι
θεν γνος αδοον πρτον κλεουσιν οιδ
ξ ρχς, ος Γαα κα Ορανς ερς τικτεν,                                         45
ο τ κ τν γνοντο θεο, δωτρες ἐάων.
Δετερον ατε Ζνα, θεν πατρ δ κα νδρν,
ρχμενα θ μνεσι θεα λγουσα τ' οιδς,
σσον φρτατς στι θεν κρτε τε μγιστος.
Ατις δ νθρπων τε γνος κρατερν τε Γιγντων                                50
μνεσαι τρπουσι Δις νον ντς λμπου
Μοσαι λυμπιδες, κοραι Δις αγιχοιο.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Αυτές δίδαξαν κάποτε στον Ησίοδο ένα όμορφο τραγούδι, καθώς έβοσκε τ’ αρνιά του κάτω απ’ τον ιερό Ελικώνα. Κι αυτά τα λόγια πρώτα μου αφηγήθηκαν οι Μούσες οι Ολύμπιες, οι κόρες του Δία του Αιγίοχου: «πως εμείς οι αγριοβοσκοί, οι ξεδιάντροποι, που είμαστε μόνο κοιλιές, ξέρουμε ψέμματα πολλά να λέμε που μοιάζουν με αλήθειες, αλλά ξέρουμε, αν το θέλουμε να λέμε και την αλήθεια». Έτσι μίλησαν οι κόρες του μεγάλου Δία με λόγια καθαρά και κόβοντας ένα κλαρί δάφνης, γεμάτο βλαστούς, μου τόδωσαν σκήπτρο. Και μου ενέπνευσαν τραγούδι θεσπέσιο για να τραγουδώ τα μελλούμενα και τα περασμένα και με πρόσταξαν να υμνώ την αιώνια γενιά των μακαρίων, πρώτα όμως ν’ αρχίζω και να τελειώνω το τραγούδι μου μ’ αυτές. Αλλά γιατί μιλάμε για πράγματα που δεν είναι  Τόσο σημαντικά; Έλα, ας αρχίσουμε απ’ τις Μούσες που τέρπουν με τους ύμνους τους τη μεγάλη ψυχή του πατέρα Δία πάνω στον Όλυμπο, τραγουδώντας τα τωρινά, τα περασμένα και τα μελλούμενα με φωνή ποιητική, απ’ αυτές που ρέει απ’ το γλυκό τους στόμα τραγούδι χωρίς ποτέ να κουράζονται. Και χαίρονται τα δώματα του πατέρα Δία του βροντερού, όταν γεμίζουν με λουλουδένια φωνή των θεαινών. Κι αντιλαλεί ο χιονισμένος Όλυμπος και τα δώματα των αθανάτων θεών πρώτα, αυτούς που η Γη κι ο μεγάλος Ουρανός γέννησαν κι εκείνους που γέννησαν τους θεούς τους δωρητές μας. Κατόπιν οι θεές αρχίζουν και τελειώνουν το τραγούδι υμνώντας τον Δία τον πατέρα θεών και αν- θρώπων, για την ανωτερότητα του ανάμεσα στους θεούς και την μεγαλοσύνη του. Μετά υμνώντας το γένος των ανθρώπων  και των ισχυρών Γιγάντων τέρπουν τη ψυχή του Δία πάνω στον Όλυμπο, οι Μούσες οι Ολύμπιες, οι θυγατέρες του Δία του Αιγιόχου.

ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
{…}    τοι μν πρτιστα Χος γνετ, ατρ πειτα
Γαῖ᾽ ερστερνος, πντων δος σφαλς αε
[θαντων, ο χουσι κρη νιφεντος λμπου,
Τρταρ τ ερεντα μυχ χθονς ερυοδεης,]
δ ρος, ς κλλιστος ν θαντοισι θεοσι,                                           120
λυσιμελς, πντων δ θεν πντων τ νθρπων
δμναται ν στθεσσι νον κα πφρονα βουλν.
κ Χεος δ ρεβς τε μλαιν τε Νξ γνοντο·

 κ Χεος δ ρεβς τε μλαιν τε Νξ γνοντο·
Νυκτς δ ατ Αθρ τε κα μρη ξεγνοντο,
ος τκε κυσαμνη ρβει φιλτητι μιγεσα.                                            125
Γαα δ τοι πρτον μν γενατο σον ἑ᾽ ατ
Ορανν στερενθ, να μιν περ πντα καλπτοι,
φρ εη μακρεσσι θεος δος σφαλς αε.
Γενατο δ Ορεα μακρ, θεν χαρεντας ναλους,
[Νυμφων, α ναουσιν ν ορεα βησσεντα.]                                          130
δ κα τργετον πλαγος τκεν, οδματι θυον,
Πντον, τερ φιλτητος φιμρου· ατρ πειτα
Οραν ενηθεσα τκ κεανν βαθυδνην,
Κοῖόν τε Κρῖόν θ περον τ απετν τε
Θεαν τε Ρεαν τε Θμιν τε Μνημοσνην τε                                             135
Φοβην τε χρυσοστφανον Τηθν τ ρατεινν.
Τος δ μθ πλτατος γνετο Κρνος γκυλομτης,
δειντατος παδων· θαλερν δ χθηρε τοκα.

    Γενατο δ α Κκλωπας πρβιον τορ χοντας,
Βρντην τε Στερπην τε κα ργην βριμθυμον,                                   140
[ο Ζην βροντν τε δσαν τεξν τε κεραυνν.]
Ο δ τοι τ μν λλα θεος ναλγκιοι σαν,
μονος δ φθαλμς μσσ νκειτο μετπ.
κλωπες δ νομ σαν πνυμον, ονεκ ρα σφων
κυκλοτερς φθαλμς εις νκειτο μετπ·]                                           145
σχς δ δ βη κα μηχανα σαν π ργοις.
    λλοι δ α Γαης τε κα Ορανο ξεγνοντο
τρες παδες μεγλοι τε κα βριμοι, οκ νομαστο,
Κττος τε Βριρες τε Γης θ, περφανα τκνα.
Τν κατν μν χερες π μων ἀίσσοντο,                                               150
πλαστοι, κεφαλα δ κστ πεντκοντα
ξ μων πφυκον π στιβαροσι μλεσσιν·
σχς δ πλητος κρατερ μεγλ π εδει.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Στην αρχή γεννήθηκε το Χάος, κι έπειτα η πλατύστηθη Γαία παντοτινός και ασφαλής τόπος των αθανάτων που εξουσιάζουν τις χιονισμένες κορφές του Ολύμπου και τα σκοτεινά Τάρταρα στα βάθη της γης με τους πλατείς δρόμους. Μετά ο Έρως που είναι ο ωραιότερος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς, που λύνει τα μέλη όλων των θεών και των ανθρώπων και δαμάζει στα στήθεια την καρδιά και τον νου. Από το Χάος ακόμη δημιουργήθηκαν το Έρεβος κι η μαύρη νύχτα. Κι απ’ τη Νύχτα γεννήθηκε ο Αιθέρας κι η Ημέρα, που τα γέννησε σμίγοντας ερωτικά με το Έρεβος. Η Γη πρώτα γέννησε τον γεμάτο αστέρια Ουρανό, ίσο με αυτήν να την καλύπτει από παντού και να είναι για πάντα ασφαλής τόπος για τους μακάριους θεούς. Και γέννησε τα ψηλά Όρη, χαριτωμένους τόπους των Νυμφών, των θεαινών που κατοικούν στα δασωμένα βουνά. Κι αυτή γέννησε και τον Πόντο, το ατέλειωτο πέλαγος, με τα μανιασμένα κύματα, χωρίς ερωτικό σμίξιμο. Έπειτα αφού πλάγιασε με τον Ουρανό, γέννησε τον βαθύ Ωκεανό, τον Κοίο, τον Κριό, τον Υπερίωνα, τον Ιαπετό, τη Θεία, τη Ρέα, τη Θέμιδα, τη Μνημοσύνη, τη χρυσοστεφανωμένη Φοίβη, και τη χαριτωμένη Τηθύα. Μετά απ’ αυτούς γεννήθηκε ο δόλιος Κρόνος, ο φοβερώτερος απ’ όλους τους γυιούς, που μίσησε τον θαλερό γονιό του. Και γέννησε μετά τους Κύκλωπες με την ατρόμητη καρδιά, τον Βρόντη, τον Στερόπη και τον ορμητικό Άργη, οι οποίοι έδωσαν στον Δία τη βροντή και έφτειαξαν τον κεραυνό. Κι ήσαν όμοιοι σ’όλα με τους θεούς, μόνο που είχαν ένα μάτι στη μέση του μετώπου τους. Κι ήταν γνωστοί με τ’ όνομα Κύκλωπες γιατ’ είχαν στο μέτωπό τους το στρογγυλό μάτι. Ήταν ισχυροί κι ορμητικοί και επινοητικοί στα έργα που έκαναν και τους είχαν μεγαλώσει και μάθει να μιλούν οι θεοί. Μετά γεννήθηκαν απ’ τη Γαία και τον Ουρανό, άλλοι τρεις γιοι μεγάλοι και φοβεροί –καλύτερα μη τους βάζεις στο στόμα σου-, ο Κόττος, ο Βριάρεως και ο Γύης παιδιά υπερήφανα. Απ’ τους ώμους τους σάλευαν εκατό χέρια που δεν μπορούσες να τα ζυγώσεις και για τον καθένα πενήντα κεφάλια φύτρωναν απ΄τους ώμους πάνω στα στιβαρά τους μέλη. Κι είχαν ισχύ ακατανίκητη και φοβερή όσο το ανάστημά τους.























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...