Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Άγγελος Σικελιανός, ο λυρικός Ορφέας


(Λευκάδα 1884 - Αθήνα 1951)
Από τους πιο εμπνευσμένους τεχνίτες του ποιητικού λόγου. Ελληνολάτρης, που δούλεψε αριστοτεχνικά για τη γλώσσα, καλλιεργώντας όλο της τον πλούτο.
Το έργο του Σικελιανού αποτελεί μια περίπτωση σπάνιας εσωτερικής συνοχής και συνέπειας προς τον σκοπό που ο ποιητής θεώρησε και ως «τάμα» του: την αποκατάσταση της Παγκόσμιας Ενότητας μέσω της Ποίησης, ιδιαίτερα μέσω της Ποίησης-Πράξης.
Την παγκόσμια ενότητα, που ο ποιητής έβλεπε την πραγμάτωσή της  μέσα από την πρακτική που θα εκπορευόταν από τη θεωρία της περίφημης Δελφικής του Ιδέας , προάγγελου της Κοινωνίας των Εθνών και του ΟΗΕ, αλλά με κύριο βάρος στην πνευματικότητα.

Με τη βοήθεια της πρώτης του συζύγου Εύας Πάλμερ (φωτογραφία δεξιά) οργάνωσε τις Δελφικές Γιορτές (1927,1930), οι οποίες περιελάμβαναν πνευματικές εκδηλώσεις, πανελλήνια έκθεση λαϊκής τέχνης και διδασκαλία των τραγωδιών του Αισχύλου Προμηθεύς Δεσμώτης και Ικέτιδες. Παρά τη  διεθνή απήχηση και τη λαμπρή τους επιτυχία τούς κατέστρεψαν οικονομικά.
Ο ποιητής προσπαθεί να ενώσει τους ρυθμούς της καρδιάς του με τους ρυθμούς της Μάνας Φύσης και του Ανθρώπου. Η ένωση αυτή επιτυγχάνεται, όπως στα αρχαία ορφικά μυστήρια, και μέσα από την έκσταση, που προέρχεται όχι από την κοινή μέθη, αλλά από την αιώνια και παραγωγική.
Ο Σικελιανός υψώνει τα αρχαιοελληνικά μυθικά πρόσωπα σε σύμβολα αιώνια, βιωμένα από τον ίδιο μέσα στο θρησκευτικό όργιο, και στη θεωρία και στη μύηση του ναού της Φύσης. Θέλει να αποδείξει ότι η επιφάνεια και το βάθος είναι Ένα και ότι μοναδικός σκοπός είναι η ενότητα πέρα από τον τόπο και πέρα από τον χρόνο.

Στη Σκήτη Καυσοκαλυβίων μαζί
Ο Σικελιανός το περιγράφει στο Ημερολόγιό
του και ο Καζαντζάκης
στην Αναφορά στον Γκρέκο
Υπήρξε συνεργάτης των σημαντικότερων εφημερίδων και περιοδικών, πρόεδρος της Εταιρείας Λογοτεχνών (1947), υποψήφιος για το βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας (1949), ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με σπουδαίες προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών, ενώ τον Νίκο Καζαντζάκη τον θεωρούσε αδελφό.
Έγραψε ποίηση και θέατρο: (Αλαφροΐσκιωτος, Πρόλογος στη ζωή, Μήτηρ Θεού, Πάσχα των Ελλήνων, Ο τελευταίος Ορφικός Διθύραμβος, Σίβυλλα, Ο Δαίδαλος στην Κρήτη Ο Χριστός στη Ρώμη, Ο Χριστός Λυόμενος).
 
Ήταν ο τελευταίος που σήκωνε στην εποχή μας το βάρος μιας θεότητας, χωρίς να παρουσιάζει την παραμικρή ρωγμή. Ασταμάτητα γέμιζε από Ελλάδα, και ασταμάτητα η Ελλάδα γέμιζε απ’ αυτόν, ωσάν αυτός και ο τόπος του ν’ αποτελούσανε δύο τέλεια συγκοινωνούντα δοχεία. […] Μου έτυχε βέβαια κι εμένα να τον συναντήσω. Άλλοτε να περνάει αγέρωχος με τη μαύρη κάπα και το ασημένιο του μπαστούνι άλλοτε να διαβάζει τη Σίβυλλα και να τραντάζουν τα γύρω μας τζάμια κι άλλοτε να περιμένει στην ουρά, τα χρόνια της Κατοχής, για να πάρει συσσίτιο, κρατώντας το τενεκεδένιο κουτί με την άνεση αληθινού άρχοντα.

Δελφικές Γιορτές 1927
[…] Ήταν ένα καλοκαίρι, δυο χρόνια μετά την απελευθέρωση. Έμενε στην Κηφισιά, τότε, σ’ ένα μεγάλο παλιό σπίτι με ψηλοτάβανα κι αερικά δωμάτια, τραβηγμένο στο βάθος ενός περιβολιού εγκαταλειμμένου, μ’ εδώ κι εκεί πανύψηλα γέρικα πεύκα και μια στέρνα στην άκρη. Τη ζέστη δεν την εμπόδιζε σχεδόν τίποτε να κυκλώνει από παντού και να φλογίζει  το πέτρινο αυτό χτίσμα, προπάντων τις ώρες του μεσημεριού. Κι ήταν τέτοιες ώρες ακριβώς που είχα διαλέξει να πάω, χωρίς καθόλου να τον προειδοποιήσω –δεν είχε άλλωστε τηλέφωνο–, για να του αφήσω μερικά βιβλία θεωρίας του Υπερρεαλισμού που μου είχε ζητήσει να συμβουλευθεί.
Δεν πήρε κανείς είδηση όταν πέρασα την καγκελένια πόρτα του περιβολιού. Η γυναίκα του έλειπε κι υπηρεσία δεν υπήρχε. Βρήκα και τη μέσα πόρτα ορθάνοιχτη. Τότε αντίκρισα μιαν εικόνα που θα μου μείνει αξέχαστη: ο Σικελιανός, όρθιος, ξιπόλητος, με ένα μακρύ λευκό νυχτικό που έπεφτε σαν αρχαία χλαμύδα επάνω του, έτρωγε ένα τσαμπί σταφύλι! Κάθε τόσο το ύψωνε μπρος απ’ το ανοιχτό παράθυρο και το καμάρωνε στο φως. Να ’τος. Αυτός ήταν. Ένας αυθεντικός Έλληνας ποιητής που δεν αρνιότανε την αίσθηση, απεναντίας την προωθούσε ώσπου να την αναποδογυρίσει και ν’ αναγνώσει μέσα της τα μυστικά σήματα.


Πρόσεχα πώς μετατόπιζε κάθε λίγο και λιγάκι τις γυμνές πατούσες πάνω στο σφουγγαρισμένο σανίδι σα να ’κανε μικρά χορευτικά βήματα ενώ ήτανε φανερό πως απολάμβανε αυτή την πρωτόγονη υφή, πως μιλούσε κυριολεκτικά με το ξύλο. Αυτός ήταν που τον έλεγαν θεατρίνο, και που τον είχα τσακώσει επάνω σε μια στιγμή που ο θεατής δεν υπήρχε, και όμως ίδιον, ολόιδιον, όπως τον ξέραμε από τα ποιήματά του, φυσικά μεγαλόπρεπο και αυτάρκη στη θεϊκή του απλότητα. Μήτε που έδειξε την παραμικρή δυσφορία όταν επιτέλους, κάποια στιγμή, με αντίκρισε. «Κόπιασε, καλέ μου», βροντοφώναξε και μου έκοψε ένα τσαμπάκι σταφύλι.
Οδυσσέας Ελύτης Το χρονικό μιας δεκαετίας


28 Φεβρουαρίου 1943. Στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας, στην κηδεία του κορυφαίου μας ποιητή Κωστή Παλαμά ο Άγγελος Σικελιανός ρίχνει λουλούδια στον τάφο του. Δίπλα του η Μαρίκα Κοτοπούλη. Παρόντες να απευθύνουν το ύστατο χαίρε στον ποιητή και να τραγουδήσουν όλοι μαζί πάνω στον ανασκαμμένο τάφο τον Εθνικό μας Ύμνο: Γιώργος Θεοτοκάς, Ηλίας Βενέζης,  Οδυσσέας Ελύτης, Γιώργος Κατσίμπαλης, κ.ά.
«Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είπε με στόμφο ο Σικελιανός. Λίγο μετά με μια φωνή στεντόρεια που έτριξε ο τόπος απήγγειλε το ποίημά του Παλαμάς, μπροστά σε χιλιάδες κόσμο, αφού η κηδεία είχε μετατραπεί σε μια παλλαϊκή διαδήλωση εναντίον του κατακτητή. 

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...