Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Ανδρέας Κάλβος - «με λυρικά φτερά στα κρημνά της αρετής»

(Ζάκυνθος 1792 - Λονδίνο 1869). Κορυφαίος ποιητής του 19ου αιώνα, εισηγητής του νεοκλασικισμού στην επτανησιακή ποίηση. Τη θέση του στη λογοτεχνία κατέκτησε χάρη στις είκοσι ωδές του, με τις οποίες με αυστηρότητα σχεδόν ιερατική και υψηλά διανοήματα ανέβηκε σε υψηλή βαθμίδα της ποιητικής κλίμακας, και στέκει εκεί μόνος, προσηλωμένος σε κάποιες δικές του αξίες και προσωπικές αισθητικές εκτιμήσεις. Οι ωδές του αποτελούν έναν ιδιότυπο συγκερασμό από αρχαϊκά στοιχεία, κοραϊκούς τύπους, δημοτικές λέξεις και προσωπικά πλάσματα συχνά αυθαίρετα.
«Ο Κάλβος είχε πει λόγο μεγάλο. Είχε, πολύ πίσω στην ιστορία της ψυχής μας, χαράξει σημάδια, που οι συνέπειές τους θα έβγαιναν, αργά ή γρήγορα, μια μέρα στο φως». Μας μάγεψε λοιπόν  ο ποιητής, έστω και κάπως αργά. Από μια κοινότοπη εγκυκλοπαιδική παρουσίαση προτιμούμε να παραχωρήσουμε στον Ελύτη (ως έχοντα τα εχέγγυα) τον λόγο τον διαπνεόμενο  από ποίηση και να παρακολουθήσουμε την απόδυσή του να εισέλθει στα τόσο άγνωστα μονοπάτια του Επτανήσιου ποιητή που τον συγκινεί ιδιαίτερα.

Ο νομπελίστας ποιητής γοητεύτηκε και εκτίμησε ότι αξίζει μια ιδιαίτερη ανάγνωση προκειμένου να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο του. Γι’ αυτό,  παρατηρώντας με προσοχή τη ζωή και τις ωδές του –δικά του λόγια–, του αφιερώνει τον θαυμασμό και προσπαθεί να πραγματοποιήσει μια ψυχική αναδρομή. Το πόνημα του Ελύτη για τον Κάλβο είναι μακροσκελές, και περιέχει μια εμπεριστατωμένη, ουσιώδη και εις βάθος ανάλυση παράλληλα και στην τεχνική του. Ανοίγει πόρτες και παράθυρα, κάνει τομές επί τομών, αναδιφεί ώστε να εμβαθύνει και να συγκεκριμενοποιήσει τη μορφή του, η οποία, όπως και ο ίδιος παραδέχεται, είναι τυλιγμένη σε ένα μυστήριο και μια αχλύ. Εμείς θα τολμήσουμε να συρράψουμε αδρομερώς, λόγω χώρου,  λιγοστά κομμάτια από αυτό το σκάψιμο που να αναδεικνύουν ωστόσο όσο είναι εφικτό την προσωπογραφία του λυρικού μας ποιητή Ανδρέα Κάλβου.
 
[…] Θυμούμαι ότι μου κινούσε πάντοτε το θαυμασμό, μου γεννούσε την απορία, μου προξενούσε την κατάπληξη, πώς, σε μιαν εποχή όπου έξω από την Ελλάδα βασίλευε η φράγκικη ρίμα και μέσα ο δεκαπεντασύλλαβος του Κρητικού Θεάτρου, βρέθηκε ποιητής που ένιωσε την ανάγκη να αντιδράσει, και να υποστηρίξει τις εντελώς  προσωπικές και αντίθετες σε μια τόσο καλοεδραιωμένη παράδοση αντιλήψεις του.[..]
[…] Στο επίπεδο το ποιητικό είναι (φτάνουν οι Ωδές του) ιδιοφυΐα· στο επίπεδο της παιδείας, αυθεντία. Ριγμένος από μικρό παιδί στα γράμματα, μεγαλωμένος μέσα στην ατμόσφαιρα μιας εξαιρετικά φιλόμαθης εποχής, ταξιδεμένος στα μεγαλύτερα πνευματικά κέντρα της Ευρώπης, αδερφωμένος για αρκετό χρονικό διάστημα με έναν ποιητή της ολκής του Φώσκολου […]. Αν δεν υπήρχε μάλιστα φόβος να προσβάλω τα πατριωτικά αισθήματα των θαυμαστών του, θα τολμούσα να υποθέσω ότι αν ο Ανδρέας Κάλβος είχε στη διάθεσή του μια περιουσία ικανή να του επιτρέπει μια ζωή ανεξάρτητη, κι αν δεν έπεφτε επάνω στην ιστορική στιγμή της απελευθέρωσης της φυλής του, με τα προσόντα που είχε, με την αγάπη της ζωής, την αισθητική τόλμη, την ιδιορρυθμία και τη θέληση ανταρσίας που τον διακρίνανε, θα γινόταν, σε οικουμενικό επίπεδο, ένας ποιητής-σταθμός, για την πρωτογνώριστη ώθηση που θα ’δινε στα ποιητικά εκφραστικά μέσα της εποχής του. […] Παρ’ όλ’ αυτά, και πάλι θα μπορούσαμε ν’ ακούσουμε, ταιριασμένη σε διαφορετικό τόνο, την καθαρά λυρική του φωνή, αν δεν άστραφτε στη γωνιά εκείνη της Ευρώπης, που λέγεται Ελλάδα, ένα γεγονός αληθινά μεγαλειώδες: η Επανάσταση. Για τον ποιητή της εποχής εκείνης ένα τέτοιο γεγονός ήτανε τόσο καθαρά δυναμικό, αλλά και πνευματικό μαζί, που το ν’ αφιερώσει σ’ αυτό την τέχνη του ισοδυναμούσε με το να πάρει το τουφέκι και να βγει τραγουδώντας στα ψηλά κορφοβούνια. Ο Κάλβος, που ήταν πραγματικά ένας ζωντανός άνθρωπος, βρήκε έξαφνα σε εκείνη την ηρωική εξόρμηση, την ευκαιρία να διοχετέψει ολάκερο τον επαναστατημένο του εαυτό.[…]

[…] Η καινούρια έκφραση που πέτυχε ο Κάλβος ανταποκρίνεται στην αλήθεια ενός καινούριου κόσμου. Κάθε του εικόνα, παρουσιασμένη σα μια δύναμη του πνεύματος, προκαλεί μια νέα εικόνα μέσα στην πραγματικότητα, μια νέα ουσιαστική δύναμη.[…] Και δε νομίζω να έχει  σημασία το γεγονός ότι ο Κάλβος μας άφησε ένα τόσο στενό και περιορισμένο έργο· αρκεί ότι κατόρθωσε μέσα στις λιγοστές σελίδες της Λύρας του να βρει μια καινούρια οπτική γωνία, να δημιουργήσει δικούς του ρυθμούς, δική του αντίληψη του κόσμου, κι έφτασε ως το σημείο να καταπατήσει τη γραμματική και το συντακτικό, ν’ αντισταθεί στην ευκολία άλλων μέτρων, που σίγουρα θα τον έκαναν δημοφιλέστερο, μόνο και μόνο για να ’ναι συνεπέστερος με το δικό του νόημα της τέχνης και για να ’χει αδιάκοπα τη συνείδηση της ψυχικής του επάρκειας, όπως την είχε όταν με τρόπους ανάλογους προτιμούσε να εκδηλώνει, μέσα από την υπερηφάνεια, την ανυπακοή, την ανυποταγή του στις οπισθοδρομικές κοινωνικές αντιλήψεις του καιρού εκείνου. […]

[…] Αντάρτης από τη φύση του ο Κάλβος, έπρεπε οπωσδήποτε να βρει έναν καινούριο ρυθμό, κατάλληλο να προβάλει με αυτάρκεια τα εικονοπλαστικά του συγκροτήματα, ένα σύστημα μετρικό ιδιοφυές, που να επιτρέπει την προσήλωση του αναγνώστη στην περήφανη ουσία της φράσης του. Εκεί πολύ περισσότερο παρά στο παράξενο γλωσσικό του ιδίωμα βρίσκεται η πρωτοτυπία του.
[…] Η έμφυτη ποιητική νοημοσύνη του Κάλβου αβίαστα φτάνει σε τεχνικά ευρήματα που θα τα ζήλευαν οι πιο μεγάλοι πρωτοπόροι, αν ήταν σε θέση να γευτούν τα μυστικά και τις δυσκολίες της ελληνικής γλώσσας. […]

[..] Ο ποιητής αυτός, που μοιάζει να ’χει εξορίσει από μέσα του κάθε ατομική επιδίωξη, να ’χει θυσιάσει κάθε προσωπική του φιλοδοξία, ένα δείχνει να έχει σκοπό αποκλειστικό: πώς θα εξυπηρετήσει καλύτερα την έντονη φιλοπατρία που τον φλογίζει, πώς θ’ ανεβάσει κι εκείνους που θα τον ακούσουν ως το μοναδικό ύψος της Αρετής και της Ελευθερίας. Η Ελληνική Επανάσταση απλώνεται μπροστά του σαν επιχείρηση που για την επιτυχία της είναι ανάγκη να επιστρατευθούν όλες οι εκδηλώσεις της ζωής, να μην εξαιρεθεί ούτε η ποίηση. Αυτή θα γυμνάσει τις ψυχές των Ελλήνων, αυτή θα τους απομακρύνει από την τρυφηλή αντίληψη της ζωής, θα τους προτρέψει στην άσκηση του κορμιού, στη λιτότητα, στην πίστη. [..]
Ιδιορρυθμία και ανταρσία. Οι δύο αυτές έννοιες δεν αντηχούνε τόσο καλά μέσα στο λεξιλόγιο της σημερινής κοινωνίας. Είναι τόσοι οι ματαιόδοξοι που τις πλαστογραφούνε ώστε να καταντούν, σχεδόν πάντοτε, ύποπτες. Αλλά όταν τις επιβάλλει μια βαθύτερη πνευματική ανάγκη αποκτούνε μιαν εξαιρετική σημασία, και γίνονται οι αρετές που, σήμερα, κάθε ζωντανός φιλοδοξεί, πιστεύω, να έχει. Αυτή τη στάση της ιδιορρυθμίας και ανταρσίας, αυτόν τον μη-συμβιβασμό, τον non conformisme (όπως τον ονομάσανε οι σύγχρονοι Ευρωπαίοι) θα μπορούσαμε να τον ερμηνεύσουμε σαν την ενσυνείδητη θέληση του καλλιτέχνη να μη συμμορφώνει τον εαυτό του στις απαιτήσεις μιας καλοκαθισμένης πλειοψηφίας μήτε ν’ αποδέχεται ανεξέλεγκτα την παράδοση μήτε να ξεθωριάζει τη ζωή του αφήνοντάς τη μέσα στους χλιαρούς ανέμους της καθημερινής συναλλαγής. Κι επειδή συμβαίνει πάντοτε η κοινωνία, πειραγμένη και πεισματωμένη, να μηχανεύεται χίλια εμπόδια γι’ αυτούς τους τολμητίες, η ενάσκηση μιας παρόμοιας αρετής, ως τις έσχατες συνέπειές της, γίνεται δύσκολη και –πρέπει να το πούμε αυτό– δεν πραγματοποιήθηκε ως τώρα παρά ελάχιστες φορές από μερικές μονάχα, εξαιρετικά ισχυρές, ιδιοσυγκρασίες. Στην περίπτωση του Κάλβου, οι συνέπειες είναι πολύμορφες και χαρακτηριστικές: η μοναξιά· η πικρία· η θεοποίηση της υπερηφάνειας· η σύγκρουση με άλλες προσωπικότητες· η επιθετικότητα· και, στο βάθος, η απελπισία.[...]

[...] Εικοσιτεσσάρω χρονών ακόμη, παρατάει με σκληρότητα και αδικαιολόγητη βιασύνη την ερωτική περιπέτειά του με μιαν Ιταλίδα κοπέλα, που το παράπονό της, δεν καταφέρνει ποτέ να ξαναγγίξει την κλεισμένη με πείσμα ψυχή του. Με αγνωμοσύνη το ίδιο αδικαιολόγητη παρατάει λίγο αργότερα στο Λονδίνο τον πιο στενό φίλο κι ευεργέτη του, τον ποιητή Ούγο Φώσκολο, που κι αυτός με τη σειρά του τόσο λίγο φαίνεται να τον ένιωσε, αφού βρίσκουμε να τον κατηγορεί συχνά στα γράμματά του προς την Κουιρίνα Ματζιότι και το Λόρδο Χόλαντ. [..] αγνοεί (μάλλον θεληματικά) την παρουσία, επάνω στο ίδιο νησί, ενός μεγάλου ποιητή, του Διονυσίου Σολωμού· ντύνεται στα μαύρα, και βάφει τα έπιπλά του μαύρα· χτυπά τα ίδια του τα συμφέροντα· διώχνει από το ιδιωτικό σχολείο, που είχε ανοίξει, όσα παιδιά νομίζει ότι δεν έχουν την πιθανότητα να προκόψουν οδηγώντας έτσι τον εαυτό του μπρος από την απειλή μιας οικονομικής καταστροφής· φτάνει στο σημείο να φτιάξει ολόκληρο σύστημα εκπαιδευτικό εντελώς πρωτότυπο και παράδοξο, καθώς πιστοποιούνε τουλάχιστον οι ειδικοί. Τέλος, έπειτα απ’ αυτό το κρεσέντο της αλυγισιάς, η μοναξιά, η απελπισία, η αηδία. Φεύγει πάλι για το Λονδίνο, γέρος αυτή τη φορά, να πεθάνει μακριά από τα χώματα που τόσο αγάπησε, από τον τόπο που του αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις, πικραμένος αθεράπευτα από την έλλειψη στοργής, παίρνοντας μαζί του όλες τις χαμένες ελπίδες που η βιολογική του επαναστατικότητα θα μπορούσε από τότε δικαιωματικά να γεννήσει. Κι έπρεπε να περάσει, αλήθεια, ένας αιώνας και περισσότερο, για να μπορέσουν οι άνθρωποι να δουν στις ωδές του ό,τι ό ίδιος τόσο μάταια ζήτησε να καταπνίξει: τη δύναμη που ανατρέπει τα καθιερωμένα.
Οδυσσέας Ελύτης: Φυσιογνωμία και τόλμη Ανδρέα Κάλβου (1941-1942)


Η ΛΥΡΑ (1824)

Ωδή πέμπτη

ΕΙΣ ΜΟΥΣΑΣ
[α'-γ']
    Χαίρετε, ω κόραι, χαίρετε
φωναί οπού τα δείπνα
των Ολυμπίων πλουτίζετε
με χορών ευφροσύνας
  κ' εύρυθμον μέλος.
[ε'-ζ']
    Ούτω υπό τους δακτύλους σας
η ελικώνιος λύρα
τρέμει, και τ' άνθη αμάραντα
της αρετής γεμίζουσι           
πάσαν καρδίαν.

[θ'-ιβ']
    Τώρα, ναι τώρα αστράψατε,
ω Μούσαι, τώρα αρπάξατε
την πτερωτήν βροντήν,
κατά σκοπόν βαρέσατε
  μ' εύστοχον χείρα.
    Φυλάξατε τους ύμνους
δια τους δικαίους· μόνον
εις αυτούς την ειρήνην,
και τους χρυσούς στεφάνους
  εις αυτούς δότε.

[ιε'-κς']
    Ήλθετε, ω Μούσαι, ακούω,
και χαίρουσα πετάει,
πετά η ψυχή μου, ακούω
των λυρών τα προοίμια,
  ακούω τους ύμνους.

ΤΑ ΛΥΡΙΚΑ
Ωδή Τετάρτη

ΕΙΣ ΣΑΜΟΝ
    Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι·
θέλει αρετήν και τόλμην
  η ελευθερία.
    Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον· και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κ' επνίγη
  θαλασσωμένος·
    Αφ' υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.-
Αν γένης σφάγιον άτιμον
ενός τυράννου, νόμιζε
  φρικτόν τον τάφον.
[δ'-κγ']
    Εάν φιλοτιμούμεθα
'να την ξαναποκτήσωμεν
μ' ίδρωτα και με αίμα,
καλόν είναι το καύχημα
  της αρχαίας δόξης.

Ωδή έκτη

ΑΙ ΕΥΧΑΙ
    Της θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
'να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
                έρημον βάρκαν·
    'Σ την στεριάν, 'ς τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
'να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
                λαούς και ελπίδας·
    Καλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
'να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
  ψωμοζητούντες·
 Παρά προστάτας 'νάχωμεν.
Με ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
  σκήπτρων ακτίνες.
[ε'-ι']
   
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
  σταυρόν και αλήθειαν.
Ημείς δια τον σταυρόν

Διά 'να θεμελιώσητε
την τυραννίαν, τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
  εις την Ελλάδα.
Και τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλώνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
  διά τους πανούργους.
Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν·
εδυναμώθη τώρα,
  φθάνει η ισχύς του.
Το ξίφος σφίγξατ', Έλληνες -
τα ομμάτιά σας σηκώσατε -
ιδού - εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
  μόνος σας είναι.
  Και αν ο θεός και τ' άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ' να χρεμετήσωσι
'ς τον Κιθαιρώνα Τούρκων
   άγριαι φοράδες,
παρά... Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
  σωτήριοι θύραι.
  Δεν με θαμβώνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
  τ' ανοικτόν στόμα.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...