Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

Κ.Π. Καβάφης - ένας μείζων του μείζονος ελληνισμού

(Αλεξάνδρεια, 1863-1933).
Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της νεοελληνικής λογοτεχνίας μας, με παγκόσμια αναγνώριση, καθώς και μια μοναδική περίπτωση που παρόμοια δεν έχει αναδείξει η νεότερη ελληνική γραμματεία.
Όταν πεθαίνει ο πατέρας του, Πέτρος Ιωάννης, και δεν αφήνει μεγάλη περιουσία, το ένατο και τελευταίο παιδί της οικογένειας αναγκάζεται να φύγει μαζί με τη μητέρα, Χαρίκλεια, και τα άλλα μέλη της στο Λίβερπουλ. Πέντε χρόνια στην Αγγλία και τρία χρόνια στην Πόλη,  όπου κατόπιν υποχρεωτικά καταφεύγουν  λόγω της εθνικιστικής εξέγερσης του Αραμπί (1882). Εδώ είναι που ο ποιητής θα αρχίσει να στιχουργεί (στην ελληνική και στην αγγλική γλώσσα). Το 1885 θα επιστρέψουν όλοι στην Αλεξάνδρεια, αφού πάρουν αποζημίωση για τις καταστροφές του βομβαρδισμού. Από τότε ως τον θάνατό του ο Καβάφης θα μείνει στην Αλεξάνδρεια (με εξαίρεση κάποια σποραδικά ταξίδια στο Παρίσι, στο Λονδίνο και κυρίως στην Αθήνα). Το μόνα εξωτερικά αξιόλογα γεγονότα της ζωής του είναι ο θάνατος της μητέρας του, του παππού του, και των πέντε αδελφών του, και η εργασία του για 30 ολόκληρα χρόνια στην υπηρεσία Αρδεύσεων.
Από τον Δεκέμβριο του 1907 θα εγκατασταθεί στον δεύτερο όροφο της οδό Λέψιους, αριθ. 10, και θα ζήσει σε αυτό το διαμέρισμα ως το τέλος της ζωής του. Εκεί, ανάμεσα στα παλαιικά έπιπλα και στο φως των κεριών θα εδραιώσει τον θρύλο του και θα δημιουργήσει το ωριμότερο μέρος του έργου του. Οι επώνυμοι επισκέπτες πολλοί: Ε.Μ. Φόρστερ, Μαρινέτι, Καζαντζάκης, Ουράνης, Μυρτιώτισσα.

Ο πατέρας, Πέτρος Ιωάννης (Αρχείο Καβάφη-
Λεύκωμα Καβάφη 1863-1910, Εκδόσεις Ερμής)
Η φωτογραία της μητέρας, Χαρίκλειας, βρισκόταν
στο σαλόνι του ποιητή (Αρχείο Καβάφη)
Ανάμεσα μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γεμάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι – και πίνουμε. Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε και πάλι αρχίζει με κάποια προσπάθεια, η κουβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνια και σιωπή, αρχηγός ερημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής. (….) Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα -και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του.(…) Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά ξεθωριασμένα φύλλα με μακρύ ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο. Νίκος Καζαντζάκης  εφημ. Ελεύθερος Λόγος (15 Απριλίου 1927) «Ο Αλεξανδρινός ποιητής Καβάφης. Από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού»,
Από το 1930 θα ξεκινήσουν ενοχλήσεις στον λάρυγγά του, που θα εξελιχθούν σε καρκίνο, και θα του γίνει  τραχειοτομία στην Αθήνα  (1932) που θα του στερήσει το θείο δώρο του προφορικού λόγου αναγκάζοντάς τον να επικοινωνεί με γραπτά σημειώματα. 
Θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας στις 29 Απριλίου του 1933, ημέρα των γενεθλίων του.
Το χαρακτηριστικό της πρώτης περιόδου του Καβάφη είναι η πολύχρονη διαδρομή του ως την ωριμότητα, ώσπου έπειτα από μια εικοσαετία θα βρει τη φωνή του και τον αληθινό εαυτό του.
Η εκδοτική συμπεριφορά του ποιητή χαρακτηρίζεται άκρως ιδιόρρυθμη. Θα εκδώσει σε αυτοτελή μονόφυλλα τα ποιήματά του. Από το 1912 ως τον θάνατό του ο Αλεξανδρινός  θα θέσει σε κυκλοφορία, σε ιδιωτικό πάντα επίπεδο και με ονομαστικώς καταγραφόμενους κάθε φορά αποδέκτες, τις «συλλογές» των μονοφύλλων, οι οποίες παρουσιάζουν ποικιλία περιεχομένων, με προσθαφαιρέσεις ποιημάτων και συχνά ιδιόχειρες διορθώσεις και προσθήκες. Σύνολο, 10 τέτοιες συλλογές, κατά τον Γ. Π. Σαββίδη, ο οποίος έχει ανιχνεύσει και εξετάσει διεξοδικά το έργο του.

Το διαβατήριο του Καβάφη


 


Ειδικά εξαιτίας του τρόπου της κυκλοφορίας του έργου του δημιούργησε έναν κύκλο φανατικών οπαδών, κυρίως μεταξύ των νέων, και μάλιστα κάποιοι αυτόκλητοι πράκτορες του έργου του το αντιπαρατάσσουν με την ποίηση του καταξιωμένου Παλαμά. Η περίπου παραταξιακή αυτή αντίληψη οδήγησε το 1926 σε δημόσια αντιδικία των οπαδών τους,  στην οποία παρέσυρε στο τέλος και τους δύο ποιητές. Ο Παλαμάς είχε πει,  μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή του στην «Οθόνη» το 1924:  «Για ποιητής… Δεν ξέρω, ίσως να κάνω λάθος… Μάλλον για ρεπορτάζ μοιάζουν τα γραφτά του». Από την πλευρά του ο Καβάφης, σε συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο» της Αλεξάνδρειας,  απαντώντας στο ερώτημα ότι «Ο κ. Παλαμάς δεν έχει την εκτίμησίν σας;», απάντησε:  «Ο κ. Παλαμάς, φίλε, είναι μεγάλος λυρικός ποιητής… μα του Καβάφη δεν του αρέσει η λυρική ποίησις. Η ενθουσιώδης ποίησις δεν με ελκύει». Σε μία ερώτηση όσον αφορά την ομοιοκαταληξία είπε: «Η ρίμα είναι δεσμός, αλλά και ευκολία. Η ρίμα φέρνει κάποτε και μίαν ιδέαν… Εγώ δεν θεώρησα ποτέ την ομοιοκαταληξία ως απαραίτητον διά τον ελληνικόν στίχον. Κόσμημα ναι». Μάλιστα ο Καβάφης αναγκάζεται να υποστηρίξει και να προβάλει το έργο του με δικό του έντυπο (περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»), που διευθύνει και στηρίζει οικονομικά ο ίδιος, ενώ πολλά από τα ανώνυμα σχόλια που δημοσιεύονται στο περιοδικό είναι γραμμένα διά χειρός ιδίου, όπως λέει ο Στρατής Τσίρκας, ο οποίος έκανε έρευνες για τον ποιητή.
Σύμφωνα με σχετική υπόδειξη του ίδιου του Καβάφη, μπορούμε να διακρίνουμε την ποιητική του παραγωγή σε τρεις κατηγορίες: τα φιλοσοφικά ή της «σκέψεως», τα ιστορικά, και τα «ηδονικά ή αισθησιακά» ποιήματα.
Η ποίησή του είναι κατά βάση δραματική και ανθρωποκεντρική και εδράζεται σε ένα σταθερό υπόβαθρο καθημερινού ρεαλισμού.
Η οικία του Καβάφη στην οδό Λέψιους 10
Στα περισσότερα ποιήματα κυκλοφορεί ένας ολόκληρος λαός επωνύμων προσώπων, ιστορικών, ψευδοϊστορικών, μυθολογικών, τα οποία ο ποιητής παρακολουθεί σε λεπτομέρειες του καθημερινού τους βίου, λεπτομέρειες που βρίσκονται στο περιθώριο της επίσημης ιστορικής μνήμης. Η ατομική μοίρα των προσώπων αυτών ανάγεται εμμέσως σε παραδειγματική περίπτωση, φορτισμένη με διαχρονικές διαστάσεις.
Με σαφείς προτιμήσεις στον ελληνιστικό και λιγότερο στον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ο Καβάφης τονίζει και προβάλλει τη φυλετική συνοχή και συνείδηση ολόκληρου του ελληνικού κόσμου, αφού και ο ίδιος ανήκει στους Έλληνες της διασποράς, οι οποίοι σύμφωνα με τη μακραίωνη παράδοση εργάζονται και δημιουργούν μακριά από το εθνικό κέντρο. Τοποθετημένος σε ένα τέτοιο περιβάλλον κοινωνικών, πληθυσμιακών και πολιτισμικών αλληλεξαρτήσεων και συσχετισμών, βιώνει και ταυτόχρονα μεταπλάθει σε ποιητικό αποτέλεσμα το ιστορικό γίγνεσθαι ανατρέχοντας σε ιστορικούς συγγραφείς, ενώ ταυτόχρονα απογυμνώνει τα μεγαλόσχημα ιδανικά, τους πρωταγωνιστές και τα δρώμενα με έναν λιτό και απέριττο τρόπο. Συναφής προς τη δραματική και πολιτική χροιά των στίχων του είναι και η ειρωνική χρήση της γλώσσας, η οποία επιτείνεται από τις ομόηχες ομοιοκαταληξίες και την ανάμειξη τύπων της καθαρεύουσας και της δημοτικής. Η γλώσσα είναι ένα περίεργο κράμα, φαινομενικά αντιποιητικό και πεζολογικό, αλλά με πρωτοφανή δραστικότητα στο ποιητικό αποτέλεσμα.
Δεν υπάρχει γλώσσα που να μην έχει σήμερα μεταφραστεί η καβαφική ποίηση.
 
Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας απεικονίζει
τον ποιητή (Προσωπογραφίες Κ.Π. Καβάφη
- Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων - 1995)
Τα τείχη
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. 




Όσο μπορείς
Εικονογράφηση του Τσαρούχη για το «Μέρες
του 1908». Το μοναδικό σχέδιο ανήκει στον
Αλέξιο Σαββάκη.
Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική. 
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)




Queensborough Terrace. Το σπίτι στο Λονδίνο
όπου έμεινε η οικογένεια από το 1874 ως το 1876
(Λεύκωμα Καβάφη 1863-1910, Εκδόσεις Ερμής)
Τρώες
Αναγνωρισμένα

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—


Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Χαλκογραφία του Παναγιώτη Τέτση.
(Προσωπογραφίες Κ.Π. Καβάφη
- Σύνδεσμος Αιγυπτιωτών Ελλήνων - 1995)
Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)


Τελειωμένα
Λέψιους 10
Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πώς να κάμουμε
για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
κι ανέτοιμους — πού πια καιρός — μας συνεπαίρνει. 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)


Περιμένοντας τους βαρβάρους
 

- Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

        Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
        Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
 και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
 στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
        Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
        τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
        για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
        τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
 σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
 γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
 και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
 γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
 μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
 να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

        Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
        κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
 κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
 Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
 κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

        Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
        Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
        και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

  __

 Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
 Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις. 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Πηγές:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα
Info@bookbar.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...