Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Γάμος... αλά αρχαία ελληνικά

Η Ιπποδάμεια προετοιμάζεται για τον γάμο της.
Ερυθρόμορφος αμφορέας του 425 π.Χ.
Πόσο άραγε απέχει ο σημερινός γάμος από τον γάμο που συνήπταν οι αρχαίοι Έλληνες; Οι πληροφορίες που μας παρέχονται για τους αρχαίους χρόνους είναι, εν γένει, θα λέγαμε, φτωχές. Το βέβαιο είναι ότι οι συνθήκες και το τυπικό εποίκιλλαν ανά πόλη. Ωστόσο, μεγάλη  βοήθεια μας δίνουν τα αττικά αγγεία, ιδίως τα ερυθρόμορφα, τα οποία φέρουν αρκετές σχετικές παραστάσεις που μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε πολλά, τουλάχιστον για την τελετή του γάμου. Επομένως, εστιαζόμαστε περισσότερο στην πόλη των Αθηνών, ούτως ή άλλως το κέντρο του πολιτισμού το πάλαι ποτέ.
Αρχικώς, κατά τους πρώτους χρόνους υπήρχε ο θεσμός της αρπαγής τον οποίο διαδέχθηκε ο ομηρικός γάμος, της ηρωικής εποχής. Σε αυτόν αντάλλασσαν το γαμικό δώρο «έδνο»,  ίσο με την υποτιθέμενη αξία της νύφης. Ο γάμος  στον Όμηρο αναφέρεται ως κανών, ονομάζεται δε η οικοδέσποινα «κουριδίη άλοχος». Διασώζεται, εξάλλου, μια όμορφη παραστατική εικόνα που ο θεϊκός ποιητής Όμηρος, στο  Σ’ της Ιλιάδος, περιγράφει μια σκηνή γάμου σε μια φανταστική όμορφη πόλη:
Γάμοι και συμπόσια και νύφες, που έβγαιναν από τον θάλαμό τους, και τις περνούσαν μέσα από την πόλη κάτω από τις λάμψεις των δαδών, κι είχε φουντώσει το γαμήλιο τραγούδι· νέοι χορευτές έκαναν γύρους και ανάμεσά τους αυλοί και κιθάρες βούιζαν· και οι γυναίκες στέκονταν καθεμιά μπρος από την πόρτα της και θαύμαζε.

Το νυφικό ζευγάρι με τον  πάροχο, παράνυμφο , καθισμένοι
πλάτη με πλάτη. Αττική λήκυθος του 550 π.Χ. από τον ζωγράφο
του Άμαση. 
Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης.
Η βασική μονάδα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας ήταν η οικογένεια ή ο οίκος,  μια κοινωνική, οικονομική και θρησκευτική μονάδα. Αφετηρία μιας οικογένειας ήταν ο γάμος ενός άνδρα και της συζύγου του. Ο γάμος εθεωρείτο υποχρέωση και οι νόμοι παρενέβαιναν πολλές φορές για να αποτρέψουν την αγαμία. Έτσι, ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα βρισκόταν μέσα στις κοινωνικές πρακτικές της πόλης, αν και δεν συνοδευόταν από κάποια νομική πράξη. Είναι βέβαιο ότι οι νόμοι –άγραφοι μεν– ήταν καθορισμένοι ήδη από την εποχή του Σόλωνα. Εξάλλου, η μονογαμία ήταν δεδομένη και λέγεται ότι ιδρύθηκε ως νόμος από τον βασιλιά των Αθηνών Κέκροπα. Επειδή, όμως, η οικογένεια διαδραμάτιζε τον πιο σημαντικό ρόλο ως αξία, στην περίπτωση του γάμου, σε σύγκριση με τη σύγχρονη κοινωνία, έτειναν προς την ενδογαμία και παντρεύονταν στενούς συγγενείς. Ο γάμος μεταξύ θείου και ανιψιάς, για παράδειγμα, ήταν πολύ διαδεδομένος. Υπήρχε η αντίληψη ότι ένας οίκος είναι πιο ασφαλής, εάν τα μέλη του είναι συγγενείς εξ αίματος. Μάλιστα, αυτές οι ιδέες εξηγούν και έναν από τους πιο παράξενους θεσμούς στο αθηναϊκό οικογενειακό δίκαιο. Εάν ένας πατέρας πέθαινε και δεν άφηνε γιο αλλά κόρη, αυτή γινόταν κληρονόμος ή επίκληρος όπως αποκαλείτο, με σκοπό να κληρονομήσει ο γιος της την ακίνητη περιουσία της οικογένειας. Τότε ο πλησιέστερος συγγενής είχε το δικαίωμα να τη διεκδικήσει σε γάμο μέχρι την ενηλικίωση του γιου της και να επωφεληθεί από το κτήμα ή τον κλήρο της. Αν όμως η ακίνητη περιουσία ήταν μικρή και δεν την ήθελε κανείς την κόρη, ο υπεύθυνος κρατικός λειτουργός υποχρέωνε τον πλησιέστερο συγγενή είτε να τη νυμφευθεί ο ίδιος είτε να της δώσει προίκα για να παντρευτεί κάποιον άλλον. Μια συνήθεια που καταδεικνύει περίτρανα ότι και η γυναίκα λαμβανόταν υπόψη αλλά και ότι έδιναν τεράστια σημασία στη γη και στην ιδιοκτησία γης.

Γαμήλια πομπή σε πυξίδα μελανόμορφου ρυθμού.
Ας σημειωθεί, επιπλέον, ότι από την εποχή του Περικλή αποκλειόταν διά νόμου να παντρευτεί κανείς μια ξένη γυναίκα διότι επεβάλλετο και οι δύο σύζυγοι να είναι αστοί, αλλιώς τα παιδιά τους έχαναν τα περισσότερα ή όλα τα πολιτικά τους δικαιώματα.
Οι γυναίκες, που τα κείμενα ονομάζουν αστές και σπάνια πολίτιδες, δεν είχαν κανένα πολιτικό δικαίωμα. Από νομικής απόψεως ήταν μονίμως ανήλικες, περνώντας από την κηδεμονία του πατέρα τους σε εκείνην του συζύγου. Οπωσδήποτε, ένας από τους κυριότερους στόχους του γάμου ήταν να δημιουργήσει νόμιμους κληρονόμους, γνήσιους γιους, διαφυλάττοντας την κυριότητα του κλήρου (κληρονομία). Εάν όμως ένας άνδρας δεν είχε γνήσιους γιους,  τότε η υιοθεσία αποτελούσε την πιο κοινή λύση.
Το διαζύγιο δεν ήταν δύσκολο να διακανονιστεί. Ο σύζυγος μπορούσε να αποπέμψει τη σύζυγό του ή και οι δύο μπορούσαν να συμφωνήσουν να χωρίσουν, χωρίς διατυπώσεις, εκτός από την επιστροφή της προίκας. Επίσης, η σύζυγος μπορούσε να επιστρέψει στην οικογένεια του κυρίου της, εφόσον πρώτα ενημέρωνε τον αρμόδιο κρατικό λειτουργό για την πράξη αυτήν.

Λεπτομέρεια από το επίνητρο του ζωγράφου της Ερέτριας
 (τελευταία φωτογραφία).
Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Η συζυγική πίστη και η αγνότητα ήταν αναγκαίες για την εγγύηση της νομιμότητας των παιδιών της γυναίκας και αποτελούσαν επομένως τις ύψιστες αρετές της ιδανικής συζύγου. Η καλή υπόληψη της συζύγου συνιστούσε ουσιώδες μέρος της τιμής της οικογένειας και ο άνδρας είχε καθήκον να προστατεύει τη γυναίκα του από βιασμό ή μοιχεία. Αν υπήρχαν πληροφορίες ότι μια σύζυγος είχε διαπράξει μοιχεία, ο σύζυγός της είχε την υποχρέωση να τη χωρίσει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι παντρεμένες γυναίκες έπρεπε να μένουν στο σπίτι όπου ήταν και το βασίλειό τους. Μάλιστα, ήταν ντροπή να μνημονεύεται το όνομα μιας συζύγου από άλλους άνδρες. Εν αντιθέσει, στη δεύτερη μεγάλη πόλη-κράτος, τη Σπάρτη, η γυναίκα κατείχε καλύτερη θέση και δεν υφίστατο ο θεσμός της προίκας. 

Η νύφη παίζει την τριγωνική άρπα ανάμεσα σε φίλες της.
Γαμικός λέβης, περί το 430 π.Χ., Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης. 
Η ώριμη ηλικία γάμου για τους άνδρες ήταν τα 30 χρόνια, ενώ, η γυναίκα, μπορούσε να παντρευτεί οποτεδήποτε μετά την εφηβεία. Ο γάμος ετελείτο κατόπιν ιδιαίτερης συνεννόησης των γονέων και των συγγενών, και μόνο στην περίπτωση που η γυναίκα είχε ξεπεράσει το επικρατούν όριο ηλικίας αναλάμβαναν οι «προμνήστριαι», προξενήτρες.  Οι συνάπτοντες τον γάμο έπρεπε να είναι εγγεγραμμένοι στο «ληξιαρχικόν γραμματείον». Ο κηδεμόνας (κύριος) της νύφης (κανονικά ο πατέρας της και αν είχε πεθάνει, ο αδελφός ή ένας άλλος στενός συγγενής) και ο μέλλων σύζυγος έκαναν μια συμφωνία, τη λεγόμενη εγγύη, εγγύηση, μπροστά σε μάρτυρες.  Εκεί καθοριζόταν η προίκα, η φερνή ή προιξ, περισσότερο με τη μορφή μεγάλου χρηματικού ποσού ή κινητών. Η προίκα αποτελούσε ένα είδος στήριξης του νέου οίκου και ο σύζυγος αποφάσιζε πώς θα χρησιμοποιηθεί το ποσό αυτό. Εάν όμως ο γάμος διαλυόταν ή ο σύζυγος πέθαινε χωρίς να αφήσει παιδιά, τότε ο κηδεμόνας διατηρούσε δικαίωμα επάνω στην προίκα, συνήθως με τη μορφή υποθήκης στην περιουσία του συζύγου, έτσι ώστε να μπορεί να ανακτήσει το τίμημα. Αυτή η συμφωνία προστάτευε τη γυναίκα από απερίσκεπτο χωρισμό και την οικογένεια της γυναίκας από την κατασπατάληση των χρημάτων. Η γυναίκα δεν είχε κανένα δικαίωμα επάνω στην προίκα της, που δεν γινόταν ποτέ τμήμα της περιουσίας του συζύγου, αλλά περνούσε κατευθείαν στα αρσενικά παιδιά που προέκυπταν από τον γάμο.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τελετουργικό.
Υποδοχή του ζεύγους στην οικία του γαμπρού. Αναπαράσταση σε πυξίδα,  Μουσείο του Λούβρου
Μετά τη συμφωνία, η οποία γινόταν μεταξύ των δύο οικογενειών, οριζόταν η ημέρα του γάμου, συνήθως χειμώνα και κατά προτίμηση σε πανσέληνο του μήνα Γαμηλιώνα (Ιανουάριος), έβδομου μήνα του αττικού ημερολογίου και ιερού μήνα της Ήρας, προστάτιδας του γάμου.
Υπό το πρίσμα μιας γενικής εικόνας, οι τελετές φαίνεται να διαρκούσαν τέσσερεις ημέρες. Την πρώτη γίνονταν οι προετοιμασίες, τα προαύλια, τη δεύτερη ο γάμος,  την τρίτη τα επαύλια και την τέταρτη τα ανακαλυπτήρια.
Την πρώτη, λοιπόν,  ημέρα ο πατέρας της νύφης, παρουσία των νεονύμφων, τελούσε θυσία, που ονομαζόταν «προτέλεια γάμων» ή «προγάμεια», στους «γαμηλίους θεούς» και πρόσφερε απαρχές: Οι θεοί αυτοί ήταν: ο Ζευς, η Ήρα, η Άρτεμις, οι Μοίρες και ενίοτε οι Νύμφες.  Επίσης, η νύφη προσέφερε τα παιδικά της αθύρματα (παιχνίδια) και έναν βόστρυχο στη θεά Άρτεμη.

Η νύμφη οδηγείται στην άμαξα, 580 π.Χ.
Κατόπιν η νύφη για εξαγνισμό τελούσε το λεγόμενο νυφικό «λουτρόν», παίρνοντας το νερό, στην Αθήνα από την εννεάκρουνο Καλλιρρόη που βρισκόταν στον Ιλισό, στην Τροία από τον ποταμό Σκάμανδρο και στη Θήβα από τον Ισμηνό. Το νερό έφερνε ένα αγόρι ή ένα κορίτσι, που λεγόταν «λουτροφόρος», μια συνήθης απεικόνιση σε πολλά αττικά αγγεία, με τη νύφη να περιστοιχίζεται από φίλες της και από νεαρό αυλητή του οποίου έπρεπε να ζουν και οι δύο γονείς. Εν τω μεταξύ, ο γαμπρός προετοίμαζε την «άμαξαν», ενώ η νύφη, στο σπίτι της, στολιζόταν υπό την εποπτεία της νυμφεύτριας (νυμφοστολείν, γαμοστολείν).
Η δεύτερη ημέρα ήταν η  ημέρα της τελετής του γάμου. Ξεκινούσε με θυσίες, πρώτα από τον πατέρα της νύφης και έπειτα από τους μελλονύμφους. Οι προσκεκλημένοι έφθαναν στην είσοδο της οικίας της νύφης, που ήταν εορταστικά διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης, έρραιναν τους νεόνυμφους με τα λεγόμενα «τραγήματα-καταχύσματα» και ο γαμπρός έθετε το χέρι του στον καρπό της νύφης, επισημοποιώντας πια τον γάμο.  Έπειτα, με μεγάλη λαμπρότητα, παρακάθονταν σε γαμήλιο γεύμα, το αποκαλούμενο «γαμική θοίνη». Οι καλεσμένοι δεν έπρεπε να ξεπερνούν τους δέκα από κάθε πλευρά και συνέτρωγαν καθισμένοι χωριστά άνδρες - γυναίκες. Εκεί προσέφεραν τα «πέμματα», ιδίως «σησαμούς» (αλεύρι, νερό, μέλι και σουσάμι, κάτι σαν το σημερινό παστέλι), που συμβόλιζε τη γονιμότητα, ενώ κορίτσια τραγουδούσαν το «επιθαλάμιον» άσμα, και… ακολουθούσε χορός. 

Ερυθρόμορφο επίνητρο (με το οποίο έξαιναν οι γυναίκες το μαλλί)
του Ζωγράφου της Ερέτριας, 425 π.Χ.
Στο κέντρο απεικονίζεται η νύφη Άλκηστη την ημέρα των επαυλίων  ανάμεσα
 στις φίλες της, τα ονόματα των οποίων είναι αναγεγραμμένα. 
Μετά το γεύμα ο γαμπρός  έπαιρνε τη  σύζυγο από το πατρικό της σπίτι και την έβαζε επάνω στην άμαξα. Από τη μια μεριά, δίπλα στη νύφη, καθόταν ο ίδιος και στην άλλη καθόταν ένας από τους πιο στενούς του φίλους, τον οποίο ονόμαζαν «παράνυμφο» ή «πάροχο». Οι νεόνυμφοι έφεραν στα κεφάλια τους στεφάνια, η δε νύφη μακρύ πέπλο. Μπροστά από την άμαξα προπορεύονταν οι συγγενείς και οι φίλοι, οι οποίοι κρατούσαν «δάδας νυμφικάς» που τους είχε δώσει η μητέρα της νύφης. Με τη συνοδεία αυλητών όλοι μαζί έψαλλαν «Υμήν Υμέναιε, ω» και η γαμήλια πομπή, σε μια εορταστική ατμόσφαιρα, κατευθυνόταν στο σπίτι του γαμπρού. Μόλις έφθαναν, οι γονείς του γαμπρού πρόσφεραν στη νύφη γλυκά και ο γαμπρός την οδηγούσε μέσα στην οικία σηκώνοντάς την στην αγκαλιά του, καθώς εθεωρείτο κακός οιωνός να πατήσει στο έδαφος.   
Την επαύριο του γάμου πραγματοποιούνταν υπό τους ήχους του αυλού τα επαύλια, η τελετή που ακολουθεί μετά τη νύχτα του γάμου και κατά την οποία προσφέρονταν από τους γονείς και τους συγγενείς της νύφης τα επαύλια δώρα και η προίκα στον γαμπρό.

Γάμος Πηλέα και Θέτιδος, 520 π.Χ.
Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.
Την επόμενη ημέρα η νύφη,  σε μια μεγάλη γιορτή κατά την οποία παρετίθετο γεύμα, δεχόταν με τη σειρά της τα δώρα από τον γαμπρό και τους συγγενείς του και υπάκουε στο αίτημά τους να βγάλει  το πέπλο της, στα λεγόμενα  «ανακαλυπτήρια» ή «οπτήρια». Ετελείτο και θυσία προς τιμήν της Αφροδίτης και η γυναίκα εγγραφόταν επισήμως πλέον από τον άνδρα της στους «φράτερας».
Καταλήγοντας, επισημαίνουμε ότι οι νομοθέτες των αρχαίων Ελλήνων θεωρούσαν τον γάμο υπεράνω των ατομικών συμφερόντων, ένα πολύ σημαντικό γεγονός που αφορούσε ολόκληρη την πολιτεία. Για κάθε πολίτη εθεωρείτο υποχρέωση η παραγωγή υγιών απογόνων με βαθιά ριζωμένη την αντίληψη ότι κύριος σκοπός του γάμου ήταν η τεκνοποιία. Ο θεσμός του γάμου στην Αθήνα ήταν συνδεδεμένος με την εξαιρετική σημασία που η νομοθεσία και ο πολιτισμός της πόλης προσέδιδαν στην έννοια της οικογένειας, την οποία θεωρούσαν ως το τελειότερο δείγμα ηθικής υπεροχής απέναντι στους βαρβάρους.
Μαρίνα Αθ. Μαραγκού

Βιβλιογραφία:
Claude Mosse, Annie Shnapp-Gourbeillon, Επίτομη Ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, 1996.
Εισαγωγή στον ελληνικό πολιτισμό, β’ τόμος, ΕΑΠ, Πάτρα 2000.
Εγκυκλοπαιδικό λεξικό Ελευθερουδάκη, 1929.
Ιλιάς Ομήρου, ραψωδία Σ, 490-496.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...