Παρασκευή, 8 Ιανουαρίου 2016

«Πολιτισμός» και «Κουλτούρα».
Η ιστορία των δύο εννοιών ανά τους αιώνες

Δύο όροι που πέρασαν διά πυρός και σιδήρου σε όλη την ευρωπαϊκή ιστορία, εξακολουθούν να είναι παρανοημένοι και να χρησιμοποιούνται  με μεγάλη ευκολία σε ό,τι ο καθένας αφ’ εαυτού αντιλαμβάνεται ως πολιτισμό και κουλτούρα. Οι διανοούμενοι όμως της Ευρώπης, αναζητώντας επισταμένως τις ορθές έννοιες και συμπορευόμενοι πάντα  με τις δικές τους ιστορικές συγκυρίες, αφού  έβαλαν τις έννοιες στο μικροσκόπιο από πολύ νωρίς, τις πέρασαν από πολλές Συμπληγάδες. Εξήχθησαν όμως  ασφαλή συμπεράσματα εφόσον η επιστημονική ενδελεχής έρευνα είχε τον τελευταίο λόγο.
Θα επιχειρήσουμε να καταγράψουμε επιγραμματικά, ει δυνατόν,  όλη την πορεία αυτής της δημιουργικής δοκιμασίας των λέξεων αυτών, που δεν είναι καθόλου μικρή και δεν φείδεται συγκλονιστικών γεγονότων που έλαβαν χώρα σε όλη τη διάρκεια και διαμόρφωσαν την ιστορία της γηραιάς ηπείρου.

Η έννοια «πολιτισμός»
Ξεκινάμε ήδη από τον 16ο αιώνα που απαντώνται οι λέξεις  στα αγγλικά civilize-civilized και στα γαλλικά  civilizer-civilize [προερχόμενες  από τη λατινική λέξη πολίτης (civis)]. 

Στα ελληνικά  είναι το ρήμα εκπολιτίζω και η μετοχή πολιτισμένος. Όλες αυτές οι εκφράσεις, μαζί με το παράγωγο civility/civilite=ευπρέπεια, ευγένεια τρόπων, χρησιμοποιούνται αυτή την περίοδο από την αριστοκρατία της Αυλής, η οποία θέλει να προβάλει  την ανωτερότητα της δικής της συμπεριφοράς σε σχέση με τους κοινωνικά κατώτερους ανθρώπους, συμπεριλαβανομένων βεβαίως και των άγριων και βάρβαρων λαών που έχουν κατακτήσει στον Νέο Κόσμο, τους οποίους  θεωρούν κατώτερους από τη φύση τους.
Θα υπάρξει ένας και  μοναδικός αντίλογος. Είναι του Μισέλ ντε Μονταίν (1533-1592), ο οποίος θέτει τη θεμελιακή αρχή του πολιτισμικού σχετικισμού. Ο Μονταίν, δυσφορώντας απέναντι στον ναρκισσισμό των ευρωπαϊκών ολιγαρχιών, το 1580 γράφει  πως  δεν είναι βάρβαρο ό,τι είναι έξω από τις συνήθειές μας. Αντιδρά στους μαικήνες της Αναγέννησης  και όντας υπέρμαχος της ηθικής τελείωσης, προτιμά τη φυσικότητα της λαϊκής ποίησης από την επιτηδευμένη τέχνη.
Φωνή βοώντος εν τη ερήμω όμως. Μόνο όταν φθάνουμε στις αρχές του 18ου  αιώνα, όταν οι Ευρωπαίοι περιηγητές θα βρεθούν στην Εγγύς Ανατολή, θα αρχίσουν να μελετώνται οι λαοί της Ινδίας, της Αμερικής και της Ασίας, όταν θα εξαπλωθούν οι  μεταφράσεις έργων όπως το Χίλιες και μια νύχτες, αυτή η απλοϊκή ερμηνεία σιγά σιγά θα κλονισθεί. Σταδιακά  θα αρχίσει να εμπεδώνεται η επίγνωση της σχετικότητας των πολιτισμών και οι ατέλειες των ευρωπαϊκών ηθών.
Ο Μοντεσκιέ (1689-1755) με τις Περσικές Επιστολές του δυσφορεί προς το πολιτισμικό πρότυπο που είχε επιβληθεί, και ο Ζαν Ζακ Ρουσώ (1712-1778)  με την Πραγματεία περί των Επιστημών και των Τεχνών προτείνει τη στροφή στην εθνική κληρονομιά και στην ανάπτυξη της εγγενούς φυσικής ηθικότητας του ανθρώπου, τον ενάρετο βίο.
Την ίδια χρονιά μια περίπου ίδια εκτίμηση εκφράζεται και από τον Μιραμπώ (1749-1791) ο οποίος, απορρίπτοντας τον πολιτισμό, όπως τον αντιλαμβάνεται η εποχή του, ως κίβδηλο, θεωρεί ότι δεν δίνει την ουσία και τη μορφή της αρετής.
Η κριτική που ασκεί στην κυρίαρχη τάξη αξιών κατευθύνει τον Μιραμπώ στον σχηματισμό ενός νέου ουσιαστικού, του πολιτισμού (civilisation), που το παράγει από το ίδιο ρήμα που είχε αρχικά η αντίπαλη αντίληψη για τον πολιτισμό, τη civilite.
Ο όρος διαδίδεται εντυπωσιακά μεταξύ των διανοουμένων λόγω της πνευματικής συγκυρίας του Διαφωτισμού, που αμφισβητεί την απολυταρχία και τις πολιτισμικές αξίες και ιεραρχίες, και καθιερώνει έναν νέο τρόπο μελέτης της ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο νεολογισμός «πολιτισμός», από τους Διαφωτιστές, προβάλλεται ως μια οικουμενικής κλίμακας ιστορική διαδικασία διαμόρφωσης  και τελειοποίησης των κοινωνικών ηθών και θεσμών που θα τελειοποιηθεί μέσω της ανάπτυξης και της διάδοσης της γνώσης και της επιστήμης.

Η έννοια «κουλτούρα»
Την ίδια εποχή που καθιερώνεται αρχικά στη Γαλλία και μετά στην Αγγλία η έννοια του πολιτισμού, στη Γερμανία βρίσκεται στο επίκεντρο  μεταξύ των αστών διανοούμενων και της αριστοκρατίας η «κουλτούρα». Η λέξη «κουλτούρα» προέρχεται από το λατινικό ρήμα colere  που σήμαινε την καλλιέργεια της γης και κατά τον 1ο αι. π.Χ. χρησιμοποιείται για πρώτη φορά μεταφορικά από τον Κικέρωνα ως  cultura animi=καλλιέργεια ψυχής. Στην ύστερη Αναγέννηση οι ουμανιστές Ρότζερ Μπέικον (Ρογήρος Βάκων, 1215-1294) και Τόμας Μουρ (1478-1535εγκαινιάζουν τη μεταφορική χρήση cultura intellicti=καλλιέργεια του νου.
Με αυτήν ακριβώς τη σημασία της κοσμικής μόρφωσης, της παιδείας, η κουλτούρα καθιερώνεται στα μέσα του 18ου αιώνα στην Αγγλία και στη Γαλλία αφού εν τω μεταξύ έχει αναδυθεί μια νέα κοινωνική ελίτ που στηρίζει την αξία της στην πνευματική υπεροχή, ήτοι στην κατοχή της κουλτούρας.
Εντούτοις στη Γερμανία οι αστοί διανοούμενοι είναι παραγκωνισμένοι από κάθε πολιτική δραστηριότητα, και έτσι καταφεύγουν στον χώρο του πνεύματος (λογοτεχνία, τέχνη, φιλοσοφία, επιστήμη), επιλέγοντας να εκφράσουν το δικό τους πολιτισμικό ιδεώδες με την έννοια κουλτούρα, την οποία αντιδιαστέλλουν με τον πολιτισμό, ως αντιπαράθεση ανάμεσα στην αληθινή αρετή και ηθικότητα, στη μόρφωση και στον εσωτερικό πλούτο του ατόμου από τη μια, και τη ρηχή, εξωτερική ευγένεια και ευπρέπεια από την άλλη.
Η αντιπαράθεση κουλτούρας/πολιτισμού θα αποκτήσει για τους Γερμανούς αστούς αντιπαράθεση μεταξύ της αυτόχθονης, γλώσσας, τέχνης και παράδοσης, και των ξενόφορτων ηθών και τεχνών που λατρεύουν και μαϊμουδίζουν οι Γερμανοί αριστοκράτες.

Γιόχαν Χέρντερ
Λίγο αργότερα  ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ εισάγει μια ιδέα εξαιρετικά ριζοσπαστική, αμφισβητώντας τη νομιμότητα της γαλλικής αυτοκρατορίας και προβάλλοντας το όραμα της γερμανικής συνένωσης. Ο Χέρντερ τοποθετεί την κουλτούρα στον πληθυντικό αριθμό και εν ολίγοις θεωρεί ότι  η ιστορική ιδιοτυπία και η οργανική συνοχή της πολιτισμικής ζωής και ταυτότητας κάθε λαού οφείλεται στην επίδραση του τόπου, των ιδιαίτερων γεωγραφικών και κλιματικών συνθηκών, καθώς και των ιδιαίτερων ηθών και παραδόσεων που αναπτύσσονται ως συνέπειά τους.
 Οι αντιλήψεις του Χέρντερ, ο οποίος έρχεται σε αντιπαράθεση με τους Διαφωτιστές εφ’ όλης της ύλης,  είχαν  έναν ισχυρό αντίκτυπο στις αισθητικές, πολιτικές και επιστημονικές εξελίξεις της εποχής, συμβάλλοντας καταλυτικά στη διαμόρφωση κάποιων τρόπων σκέψης που κυριάρχησαν στην πορεία του σύγχρονου κόσμου από τότε μέχρι σήμερα. Υιοθετούνται από τους νέους Γερμανούς συγγραφείς του κινήματος  Θύελλα και Ορμή,  με πρωταγωνιστή τον Γκαίτε. Περαιτέρω αποτελούν βασική έμπνευση για τη δημιουργία του αισθητικού και καλλιτεχνικού κινήματος, του λεγόμενου ρομαντισμού. Ο ρομαντισμός εξαπλώνεται σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες ενθαρρύνοντας την επανεκτίμηση της λαϊκής ποίησης και παράδοσης, αξιοποιώντας την εθνική λογοτεχνία και τέχνη. Ωστόσο συμπνέει και με το πολιτικό φαινόμενο του εθνικισμού.
Η έμφαση του Χέρντερ στη διαχρονικά διακριτή κουλτούρα των διαφορετικών λαών συνέβαλε καθοριστικά στη σύλληψη και στη νομιμοποίηση των πιο σημαντικών κοινοτήτων, του λαού και του έθνους. Οι ιδέες του αποτελούν την πρώτη συστηματική διατύπωση του εθνοτικού δόγματος.
Αυτή η ιδέα αποδείχθηκε θεμελιακή τόσο για την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών τον 19ο αιώνα, όσο και για τη δημιουργία των εθνικοαπελευθερωτικών και αποσχισματικών κινημάτων στο δεύτερο μισό του 20ού.
Μάλιστα, κατά τον 19ο  αιώνα μία νέα κοινωνική επιστήμη  εμφανίζεται, λόγω του ενδιαφέροντος για την πλούσια ποικιλία των ανθρωπίνων ηθών, θεσμών και εθίμων, που καθίστανται αντικείμενο μελέτης, – η εθνολογία ή κοινωνική ανθρωπολογία. Επιπροσθέτως ο Χέρντερ επηρέασε και την ιστορία με τη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης σχολής ιστορικής σκέψης, του ιστορισμού.

Τέλος, η ιδέα του Χέρντερ για διαφορετικές κουλτούρες, λόγω διαφορετικών ιδιοσυγκρασιών, αξιοποιήθηκε για να υποστηριχθεί η εγγενής ηθική και πνευματική ανωτερότητα της λευκής φυλής έναντι των υπολοίπων, γνωστή ως φυλετισμός ή ρατσισμός.
Παρά τον σχετικισμό του ωστόσο ο Χέρντερ διολισθαίνει στην καθαρά ευρωκεντρική στάση και κατατάσσει τους διαφορετικούς λαούς ανάλογα με τον βαθμό εξέλιξης του πολιτισμού τους.
Κάποια λίγα ευρωπαϊκά κράτη κρίνουν τώρα ότι ο πολιτισμός, που οι Διαφωτιστές είχαν ορίσει ως μια αέναη, οικουμενική διαδικασία κοινωνικής προόδου με την ταυτόχρονη ανάπτυξη της τεχνικοεπιστημονικής προόδου, έχει ολοκληρωθεί. Έτσι, αυτοθεωρούμενοι πολιτισμικά ανώτεροι,   διαμοιράζουν και διαφεντεύουν  τη μισή Ασία και ολόκληρη την Αφρική. Το επιστημονικό δόγμα που κυριαρχεί την εποχή αυτή είναι ο εξελικτισμός, δηλαδή η ιδέα της μονόδρομης πορείας από την αγριότητα προς τον πολιτισμό που αντιπροσώπευε η Ευρώπη, και φυσικά γίνεται η λαϊκή θρησκεία της αποικιοκρατίας.
Φρίντριχ Σίλερ
Περί το 1830 ο Γερμανός καθηγητής των Πολιτικών Επιστημών Φρίντριχ Λιστ (1789-1846), θεμελιωτής της λεγόμενης εθνικής οικονομίας, υποστηρίζει ότι είναι το πεπρωμένο της γερμανικής φυλής να κυβερνήσει τον κόσμο, όντας επιλεγμένη από τη Θεία Πρόνοια. Μια ιδέα που αμέσως υιοθετείται από τους ναζιστές. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δύο εξόριστοι διανοούμενοι στην Αμερική, ο Τέοντορ Αντόρνο (1903-1969) και ο Μαξ Χόρκχαϊμερ (1895-1973) στηλιτεύουν την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και τη φύση, και την υποδούλωσή του με δεσμά πιο τρομερά από ποτέ, κάτι που κατά τη γνώμη τους αποδεικνύεται με τη βαρβαρότητα του εθνικοσοσιαλισμού. Πρωτοπόρος στη διαμόρφωση της ρομαντικής κριτικής της εκβιομηχάνισης ο Γερμανός ποιητής Φρίντριχ Σίλερ.
Οι έννοιες του πολιτισμού και της κουλτούρας υφίστανται θεμελιακές αλλαγές στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Στις δεκαετίες του 1950 και του 1960 το αποικιοκρατικό σύστημα αποσυντίθεται, ενίοτε ειρηνικά και συνήθως βίαια. Νέα εθνικά κράτη δημιουργούνται στη θέση παλαιών «πρωτόγονων» ή «παραδοσιακών αποικιών» και καταρρίπτεται εμπράκτως ο μύθος περί της μονόδρομης εξέλιξης του πολιτισμού.
Η διαμόρφωση και η διεθνής επικράτηση της έννοιας της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς αντανακλά έναν νέο πολιτισμικό χάρτη, αφού επιπλέον αυξάνεται το μέγεθος των πολιτισμικών ανταλλαγών και αλληλεπιδράσεων, βασικά λόγω των μέσων μαζικής επικοινωνίας και των νέων μεταναστευτικών ρευμάτων που καθιστούν την Ευρώπη πολυπολιτισμική και πολυφυλετική.
Το Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα το 1960 που θέτουν Αμερικανοί αφρικανικής καταγωγής αποτελεί την αφετηρία αλλαγής όχι μόνο των νόμων αλλά και των ιδεών και αξιών του δυτικού κόσμου σε σχέση με την ιεραρχική κατάταξη των ανθρωπίνων φυλών και πολιτισμών.
Εξαλείφεται πια ο αναλφαβητισμός, διαδίδεται η εκπαίδευση και η πληροφόρηση, με τη συμμετοχή πλέον των λαϊκών στρωμάτων, και μια θεμελιακή μεταμόρφωση του κόσμου της τέχνης με τις νέες μορφές και τους καλλιτεχνικούς τρόπους έκφρασης λαμβάνουν χώρα.
Εδώ πρέπει να παρεμβληθεί ότι ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα θα υπάρξουν εκ διαμέτρου διαφορετικές παραδόσεις σκέψης των διανοουμένων (συντηρητική και αριστερή) αφ’ ενός για τη λεγόμενη μαζική κουλτούρα (μια ευτελής θεωρούμενη κουλτούρα) η οποία από την πρώτη ομάδα θα υποστηριχθεί ότι  οδηγεί στη μαζοποίηση της κοινωνίας, που τη  μετατρέπει σε ένα χειραγωγήσιμο πλήθος εξατομικευμένων «μαζανθρώπων», καθώς  θα επιφέρει την κρίση στον σύγχρονο πολιτισμό, και από τη δεύτερη ότι αποπροσανατολίζει ιδεολογικά την εργατική τάξη και νομιμοποιεί τις κοινωνικές ανισότητες. Και αφ’ ετέρου, για τη λεγόμενη  «υψηλή τέχνη» (υψηλή κουλτούρα) η οποία κατ’ αρχήν θα αναδειχθεί και κατόπιν θα στιγματισθεί ως μέσο κοινωνικής διάκρισης. Όλη αυτή η εξέλιξη εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να εξάγει  αμφιλεγόμενα συμπεράσματα.
Συν τω χρόνω λοιπόν,  η διάζευξη μεταξύ κουλτούρας και πολιτισμού αποδεικνύεται εσφαλμένη. Καθίσταται πια ολοφάνερο αυτό που ήξεραν οι εθνολόγοι και οι αρχαιολόγοι από καιρό. Ότι, δηλαδή, οι πεποιθήσεις, οι αξίες, τα ήθη και η τέχνη μιας κοινωνίας δεν είναι δυνατόν να μελετηθούν και να κατανοηθούν  ανεξάρτητα από τις γνώσεις, τις τεχνικές και την τεχνολογία της, καθιστώντας την επιστήμη και την τεχνολογία συμμετέχουσες. Τονίζεται μάλιστα ότι οι κουλτούρες βρίσκονται σε μια διαρκή ανταλλαγή, αλληλεπίδραση και αλληλοσύνδεση, και σε έναν αέναο μετασχηματισμό,  μη βρισκόμενες ποτέ μόνες (Φραντς Μπόας).

Εν συνόψει, ο όρος πολιτισμός διέρχεται φάσεις διαφορετικών σημασιών και θεωρείται:
α) ως πρότυπο συμπεριφοράς,
β) ως διαδικασία προοδευτικής τελειοποίησης των κοινωνικών ηθών και θεσμών,
γ) ως επιστημονικοτεχνολογική εξέλιξη και επίτευγμα
δ) καταλήγει πλέον στη σημερινή έννοια-απόσταγμα, ως το σύνολο της ανθρώπινης δημιουργίας μιας κοινωνίας και μιας εποχής.
Ο όρος κουλτούρα:
 α) ως ιδεώδες κοσμικής παιδείας/μόρφωσης,
 β) ως τα ιδιαίτερα ήθη, τέχνες, τρόπος σκέψης ενός έθνους/κοινότητας/φυλής/εποχής
γ) και αυτός ο όρος καταλήγει το ίδιο με τον πολιτισμό, ως το σύνολο της ανθρώπινης δημιουργίας μιας κοινωνίας και μιας εποχής.

Μαρίνα Μαραγκού(texnografia.blogspot.com)

Πηγές● Η έννοια του Πολιτισμού (Τόμος Α)
            ● Όψεις του Πολιτισμού (Πάτρα 1999)  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...