Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Παρθενώνας: το κάλλος και η απόλυτη αρμονία

Η λοξή εικόνα του μνημείου προσφέρει μια συνολική
παράστασή του, με τον συνδυασμό της δυτικής
με τη βορινή του όψη
Η φύση και η Ακρόπολη θα έπρεπε να είναι οδηγοί στην τέχνη τού κάθε καλλιτέχνη

Λύσσανδρος Καυταντζόγλου 

Ο Παρθενώνας, το ύψιστο έργο αρχιτεκτονικής ολόκληρης της ανθρωπότητας, είναι και αιώνιο σύμβολο του ελληνισμού και της ταύτισης με τους αρχαίους προγόνους μας. Ένα αντικείμενο θαυμασμού που υπήρξε όμως θύμα εκτεταμένων καταστροφών από πολεμικές επιχειρήσεις πριν από την απελευθέρωσή μας από τους Τούρκους. Καταστροφές που έγιναν  από άγνοια ή θρησκευτικό φανατισμό. Η εκστρατεία του Μοροζίνι (1687), οι μάχες στην Επανάσταση του 1821 και φυσικά λεηλασίες όπως του Έλγιν (1801) άφησαν βαριά σημάδια στο αιώνιο αυτό μνημείο.
Όταν η χώρα μας απελευθερώθηκε από τον τουρκικό ζυγό η Αθήνα ήταν ένα ρημαγμένο χωριό, προκρίθηκε όμως για πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, για συμβολικούς λόγους, ως κοιτίδα του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Με αυτή την ιδεολογική φόρτιση αρχίζει επίσημα ο «καθαρισμός» του βράχου της Ακρόπολης και η μεταμόρφωσή της από τουρκικό κάστρο στο «αξεπέραστο» μνημείο που σήμερα όλοι ξέρουμε. Θα κατεδαφιστεί έτσι το χωριό της τουρκικής φρουράς και το τζαμί μέσα στον Παρθενώνα, το οποίο αρχικά είχε μετατραπεί σε χριστιανική εκκλησία, και λίγο αργότερα ο φράγκικος πύργος στα Προπύλαια. Παράλληλα θα ανασυσταθεί ο διαμελισμένος ναός της Απτέρου Νίκης, που είχε χρησιμοποιηθεί για να χτιστεί το τουρκικό φρούριο, και με αυτόν τον τρόπο θα «απολυμανθεί» για να λάμψει πλέον η αξεπέραστη ομορφιά της κλασικής αρχιτεκτονικής του Ικτίνου.

Ερέχθειο 1850
Ενδιαμέσως είχε συμβεί κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον: ο διάσημος αρχιτέκτονας Σίνκελ τόλμησε να οραματιστεί τα ανάκτορα του βασιλιά Όθωνα ακριβώς πάνω στην Ακρόπολη με θέα τους τον Παρθενώνα, σύμφωνα με τα οράματα του ευρωπαϊκού νεοκλασικισμού και μάλιστα τη ρομαντική τους εκδοχή. Βέβαια τα σχέδια ευτυχώς απορρίφθηκαν.
Το μακρύ ταξίδι στον χρόνο θα συναντήσει τους δύο ρυθμούς της αρχιτεκτονικής των αρχαίων Ελλήνων που θα φτάσουν στην αισθητική τελειότητά τους κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στο απόγειο της ανθρωπιστικής πίστης. Τότε λοιπόν στην Αθήνα, την πλουσιότερη και σημαντικότερη ελληνική πόλη της εποχής, στο πλαίσιο ενός μεγάλου οικοδομικού προγράμματος που επιχειρήθηκε με πρωτοβουλία του Περικλή, θα κατασκευασθούν μια σειρά από μεγαλοπρεπή οικοδομήματα (εν μέρει για την αποκατάσταση των καταστροφών που προκάλεσαν οι Πέρσες στην πόλη το 480/479 π.Χ.).
Το πιο λαμπρό από τα κτήρια ήταν ο ναός της Αθηνάς Παρθένου ή Παρθενώνας (447-432 π.Χ.) από τους αρχιτέκτονες Ικτίνο και Καλλικράτη, ο οποίος υψωνόταν στην πιο περίοπτη θέση της πόλης, στην Ακρόπολη, και θεωρείται γενικά ως το αριστούργημα του δωρικού ρυθμού, ενώ δύο άλλα ναϊκά οικοδομήματα, ο ναός της Απτέρου Νίκης (περί το 425 π.Χ.) και το Ερέχθειο (421-406 π.Χ.), εκπροσωπούν τον αττικό ιωνικό ρυθμό.
Απεικόνιση των λαμπρών χρόνων της Ακρόπολης
Ο εξαίρετος ναός του Παρθενώνα διακρίνεται από τους άλλους δωρικούς ναούς για την ποσότητα της διακόσμησης που φέρει (τα γλυπτά του μεγάλου γλύπτη Φειδία με την τεχνοτροπία της απόλυτης αισθητικής ισορροπίας καταλαμβάνουν όλα τα κατάλληλα σημεία του δωρικού ρυθμού) και για την ενσωμάτωση στοιχείων του ιωνικού ρυθμού, που ελάφρυναν τη δωρική απλότητα (εκτός από τις «οκτάστυλες» προσόψεις, ιωνικοί κίονες στον οπισθόδομο και μια διακοσμητική ανάγλυφη ζωφόρος, χαρακτηριστική του αττικού ιωνικού ρυθμού που περιέτρεχε ψηλά τους τοίχους του σηκού). Η χρήση στοιχείων του ιωνικού ρυθμού πρέπει να συσχετισθεί με το γεγονός ότι η Αθηναϊκή Συμμαχία, οι ετήσιες εισφορές της οποίας χρησιμοποιήθηκαν από τους Αθηναίους για την κατασκευή του Παρθενώνα, αποτελούνταν ως επί το πλείστον από Ίωνες.
Η αισθητική της τελειότητας που έχουμε αντικρίζοντας τον Παρθενώνα έχει εξηγηθεί από μεταγενέστερους ερευνητές οι οποίοι ύστερα από σχολαστικές μετρήσεις απέδειξαν την εκπληκτική ακρίβεια της κατασκευής του. Η πλάγια τοποθέτησή του, ώστε να φαίνεται υπό γωνία σε εκείνον που τον βλέπει από τα Προπύλαια για πρώτη φορά, αναγνωρίστηκε ως καίριος αισθητικός κανόνας.
Ο θεατής έχει την αίσθηση ότι ο ναός είναι κατακόρυφος
Ο ναός παρουσιάζει τέλεια αρμονικές αναλογίες (συμμετρία) μέχρι την παραμικρή του λεπτομέρεια (όλες οι κύριες διαστάσεις ακολουθούσαν ένα ενιαίο σύστημα αναλογιών 4:9, το οποίο συνδυάστηκε με ένα δεύτερο σύστημα αναλογιών 3:5:8, γνωστό ως «χρυσή τομή»), και μολονότι ο ναός αυτός ήταν κατ’ εξαίρεση μεγαλύτερος από τους άλλους δωρικούς ναούς, (με 8x17 κίονες, αντί για 6x13 που συνηθιζόταν τον 5ο αιώνα π.Χ.) οι αναλογίες του ήταν τόσο αρμονικές, ώστε να του προσδίδουν εκπληκτική ομοιογένεια μορφής και μνημειώδη μεγαλοπρέπεια γεμάτη πρωτοφανή χάρη.
Εκτός από την αρμονία των αναλογιών, η μεγάλη αισθητική εντύπωση που προκαλεί ο δωρικός ρυθμός στον θεατή οφείλεται σε μια σειρά από «οπτικές διορθώσεις», οι οποίες ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιου πειραματισμού με τις λεπτομέρειες του ρυθμού αυτού. Πρόκειται για λεπτά, ανεπαίσθητα οπτικά τεχνάσματα, που σκοπό είχαν να απαλλάξουν τον ναό από μια άκαμπτη, γεωμετρική εμφάνιση και να του χαρίσουν παλμό ζωής και δύναμη ή να «διορθώσουν» τις ενοχλητικές για το μάτι παραμορφώσεις, που προκαλούσε η προοπτική στο οικοδόμημα.
Όπως έχει συνοψίσει ο Παναγιώτης Μιχελής, θεωρητικός της αισθητικής, το βασικότερο στοιχείο του έργου είναι ο στύλος. Ο στύλος μειούται. Η μείωση, ως γνωστόν, συνίσταται   στο ότι η διάμετρος του στύλου στενεύει από κάτω προς τα πάνω, και έτσι αποδίδει εναργέστερα την ανυψωτική του τάση…
Αν σταθούμε στα Προπύλαια και παρατηρήσουμε ανάμεσα από το πλαίσιο δύο στύλων όλον τον Παρθενώνα, λέει ο Μιχελής, θα δούμε ότι η μείωση του όλου είναι ολοφάνερη… Η μείωση αυτή δεν προβάλλει βέβαια τον ανίδεο παρατηρητή αλλά τον μαγεύει ασυναίσθητα. Έτσι οι καμπύλες αντιδρούν προς την οριζόντια της κατακλίσεως του είναι μας.
Ας σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα των οπτικών διορθώσεων αυξάνεται ιδιαίτερα με τη χρήση του μαρμάρου. Τέλος, η πολυχρωμία που τόνιζε διάφορα τμήματα του ναού πρέπει να αύξανε κατά πολύ την αποτελεσματικότητα.
Εμπλουτισμένος με όλα αυτά τα αισθητικά στοιχεία ο ναός του Παρθενώνα, είχε στόχο όχι μόνο να τιμήσει τη θεά Αθηνά αλλά να χρησιμεύσει επίσης ως μνημείο της νίκης εναντίον των Περσών και ως σύμβολο και μόνιμη υπενθύμιση της δύναμης και των ιδανικών της Αθήνας του Περικλή, που ήταν η αποθέωση του ανθρώπου ως «μέτρου όλων των πραγμάτων» και ως τυπικού εκπροσώπου της δημοκρατικής πόλεως.  Εξέφραζε ακόμη με τέλειο τρόπο το αισθητικό ιδεώδες του μεγάλου ανδρός και του «κλασικού πνεύματος».

Ο Μανόλης Κορρές στη διάρκεια των εργασιών αναστήλωσης
Ο Μανόλης Κορρές, ο διεθνούς κύρους επιστήμονας, εξερεύνησε τη βάση του «πρώτου μαρμάρινου» Παρθενώνα», του «Προπαρθενώνα», που άρχισε να χτίζεται το 485 π.Χ. αλλά κατόπιν σταμάτησε λόγω της εγγύς απειλής της περσικής εισβολής. Αξίζει  να παρακολουθήσουμε κάποιες σκληρές αλήθειες από το εκλαϊκευμένο βιβλίο του, Από την Πεντέλη στον Παρθενώνα (1994):
Οι τύχες των μνημείων της Ακρόπολης στη ροή του χρόνου
«Πέρασαν ακριβώς δύο χιλιάδες τετρακόσια εβδομήντα τρία χρόνια και σχεδόν εκατό γενιές διαδέχτηκαν η μια την άλλη. Κάθε γενιά είχε το προνόμιο της άμεσης βίωσης του μεριδίου που της έτυχε από τον ιστορικό χρόνο, αλλά την αναπόφευκτη ατυχία να μένει φυλακισμένη μέσα σ’ αυτό. Οι περισσότερες γενιές δεν είχαν καν την πολυτέλεια της τωρινής επιστημονικής περιέργειας. Τους αρκούσε η αγωνία της απλής επιβίωσης… Η πόλη ήταν επί αιώνες ένα ελάχιστο κλάσμα του αρχικού μεγέθους της και τα σπίτια έμοιαζαν περισσότερο με καλύβια… Πολλές γενιές εξαθλιωμένων κατάφεραν να μετατρέψουν εκατό χιλιάδες τόνους γλυπτών και λαξευτών μαρμάρων των αρχαίων κτηρίων σε δέκα εκατομμύρια άμορφα λιθάρια, που θα είχαν αξία μόνον ένα εκατομμύριο φορές μικρότερη εκείνης  των έργων που κατέστρεφαν – το ανάλογο θα ήταν η μετατροπή της Τζοκόντα σε σόλες για υποδήματα τυφλών. Στην Ακρόπολη όλα τα βοηθητικά κτίσματα και χιλιάδες μικρά μνημεία καταστράφηκαν. Ανασκαφικές έρευνες, από τον περασμένο αιώνα, [...] έφεραν στο φως αναρίθμητα θραύσματα λίθινων αγαλμάτων, [...] εκατοντάδες ακρωτηριασμένες επιγραφές, χιλιάδες όστρακα και μόνο τα θεμέλια των μικρότερων κτηρίων. Επίσης δεκάδες χιλιάδες μικρότερα θραύσματα, [...] και πολλές εκατοντάδες θραυσμένους λίθους των μεγάλων μνημείων».
Η Ακρόπολη, τραυματισμένη και με γύψο,  θα δεσπόζει πάντα, υπερήφανη,   σε πείσμα των καιρών και των ανθρώπων, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει σε κορυφαίες στιγμές της ύπαρξής του.
Εμείς ταπεινωμένοι –ανάθεμα αν γυρίζουμε να την κοιτάξουμε– σκυφτοί και κατακρημνισμένοι στα βάραθρα της τωρινής μας ιστορίας, είμαστε ανίκανοι να προχωρήσουμε ενωμένοι με αυτό το σύμβολο ως πρότυπο και ιδανικό.
Μαρίνα Μαραγκού

Πηγές:

1. Ιστορία της Ελληνικής Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας  ΕΑΠ. 2001.
2. Η Έννοια του Πολιτισμού, Όψεις του Ελληνικού Πολιτισμού. Τόμος Α’ ΕΑΠ 1999.

1 σχόλιο:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...