Τρίτη, 9 Ιανουαρίου 2018

Η Ασίνη, ο βασιλιάς της και η άλλη ιστορία

Σήμερα είναι ένα χωριό, αρχοντοχώρι το λένε, πλαισιωμένο από πορτοκαλιές, μανταρινιές και ελιές, με σήμα κατατεθέν τον όμορφο λοφίσκο του Προφήτη Ηλία που έχει το σχήμα αβγού. Μερικά μέτρα μετά την άκρη του χωριού δεσπόζει σε ένα βραχώδες ακρωτήριο η ακρόπολη της αρχαίας Ασίνης μαζί με την παραλία της, το  Καστράκι. Το ήπιο κλίμα, η εύφορη ενδοχώρα, αλλά περισσότερο η μορφολογία και η στρατηγική θέση του υψώματος συνέβαλαν καθοριστικά στο να επιλεγεί ως τόπος εγκατάστασης – φυσικό οχυρό και ασφαλές απάνεμο λιμάνι.



Από τουλάχιστον  3.000 χρόνια πριν από τον Χριστό (Πρωτοελλαδική περίοδος)  η περιοχή,  που σταδιακά  καταλαμβάνει και μέρος του απέναντι λόφου, κατοικείται ανελλιπώς έως τους σκοτεινούς αιώνες (γεωμετρικοί χρόνοι, 8ος αιώνας π.Χ.), με τη μεγαλύτερη λάμψη της φυσικά στη διάρκεια της κυριαρχίας των Πολύχρυσων Μυκηνών, γεγονός που οφείλεται στον λαμπρό πολιτισμό που αναπτύσσεται και στην ενασχόληση των κατοίκων της πόλης με το διαμετακομιστικό εμπόριο μεταξύ των ανακτόρων της Αργολίδας και των κέντρων πέρα από το Αιγαίο. Ύστερα από τον εκτοπισμό των Ασιναίων από τους Αργείους ερημώνεται και η Ασίνη αρχίζει πάλι να ακμάζει κατά το τέλος του 4ου αι. π.Χ., ενώ ενισχύεται με ισχυρά τείχη που είναι πιθανό να κτίσθηκαν από τους Μακεδόνες του Δημήτριου του Πολιορκητή. Συνεχή σημάδια κατοίκησης έχει και κατά τη ρωμαϊκή περίοδο (ένα μικρό λουτρό διασώζεται ως μάρτυρας), το Βυζάντιο, την Τουρκοκρατία,  και στη Β’  Ενετοκρατία η χερσόνησος μετατρέπεται σε ενετικό φρούριο. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ιταλοί, φοβούμενοι πιθανή απόβαση των Συμμάχων, συμπληρώνουν τα τείχη και πραγματοποιούν πολλά έργα για την οχύρωσή τους, καταστρέφοντας δυστυχώς ένα μεγάλο μέρος των αρχαιοτήτων.

Είναι αυτός ο τόπος που ο νομπελίστας ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης θα περιδιαβεί στα χρόνια 1936, 1937 και 1938 με περισσή νοσταλγία και θα περιπλανηθεί σε όλο το κάστρο αναζητώντας μάταια μέσα στα ερείπια τον βασιλιά αυτής της ένδοξης πόλης. Εκεί, ανάμεσα στους σμιλευμένους βράχους, σε ένα γνώριμο και εντυπωσιακό παιχνίδι φωτός και σκιάς που θα το συναντήσει έτσι κι αλλιώς ο κάθε επισκέπτης, θα εμπνευσθεί, θα πλάσει τον μύθο και θα γράψει ένα υπέροχο ποίημα που παραθέτουμε παρακάτω. Το ότι είμαστε εφήμεροι, βροτοί, οι άνθρωποι, δεν αναιρείται.  Μην ξεχνάμε ωστόσο, διά του λόγου το ασφαλές και τον ρόλο της ειμαρμένης, ότι ο Βροτός, σύμφωνα με τη Μυθολογία, ήταν αντιπρόσωπος του ανθρώπινου γένους, γιος του Αιθέρος και της Ημέρας, κατά τον Ησίοδο. Μάλιστα, στη διάρκεια της ζωής μας εμείς οι θνητοί θα χάσουμε κάποιους αγαπημένους μας, αυτούς που στο ποίημα ψάχνει και ο ποιητής εκεί,  γενικεύοντας και φιλοσοφώντας, καθώς αναρωτιέται με μελαγχολία αν απομένει τίποτε τελικά ζωντανό από τη στιγμή που χάνεται από τα δικά μας μάτια. Στο ίδιο πνεύμα, εξάλλου, μετά την ακμή, την άνθηση, εκεί που κορυφώνεται η ανάπτυξη, θα ακολουθήσει σχεδόν νομοτελειακά η φθορά. Όλα θα τα εκμηδενίσει ο πανδαμάτωρ χρόνος!

Έχουμε βρεθεί και εμείς και πατάμε πια τα χνάρια της ευλογημένης Ασίνης. Η αίσθηση έντονη του κλέους που βοά! Διακατέχεσαι από αυτούς τους κλυδωνισμούς που διψάει η ψυχή και τους λαχταρά. Νιώθουμε ότι η μοίρα της είναι να μην ξεχασθεί ποτέ. Έπειτα από ένα θερμό καλωσόρισμα, ο βασιλιάς της μας ακολουθεί, μαζί με τους κατοίκους της πόλης, και μας ξεναγεί. Η αύρα της ιστορίας παντού αναδύεται μαγικά και αναμειγνύεται σε πλήρη αρμονία με τις μυρωδιές από τις πορτοκαλιές και τις λεμονιές. Είπαμε να ξεδιπλώσουμε αυτή την ιστορία που χάνεται στα βάθη του χρόνου. 
 
Σφραγίδα από στεατίτη που βρέθηκε στην Ασίνη
2700-2200 π.Χ.
Η αρχαία Ασίνη αποικίσθηκε από Δρύοπες, πρωτοελληνικό υπόστρωμα ενός αρχαίου λαού που έλαβε το όνομά του από τον γενάρχη τους τον Δρύοπα, υιού του Απόλλωνα, ή της Δρυόπης, κόρης του Ευρυπύλου. Υπήρξαν από τους πρώτους που κατοίκησαν την Ελλάδα και δη «τα εντός του Ισθμού», όπως αναφέρει ο Στράβων (64-24 μ.Χ., Ζ’ 321). Κατοικούσαν αρχικά πέριξ της Οίτης και του Παρνασσού σε μια περιοχή άνυδρο αλλά εκδιώχθηκαν από τον Ηρακλή.  Μετανάστευσαν στην Εύβοια όπου εγκαταστάθηκαν στην Κάρυστο και στα Στύρα και από εκεί διαπεραιώθηκαν στην Κύθνο όπου ίδρυσαν αποικία. Αποικίες Δρυόπων δημιουργήθηκαν και σε Κύπρο, Κύζικο, Άβυδο κ.α. Εν τω μεταξύ, πολλοί από αυτούς  διασκορπίσθηκαν στην Πελοπόννησο, όπου έγιναν ικέτες του μυθικού βασιλιά των Μυκηνών Ευρυσθέα, ο οποίος τους παραχώρησε τον τόπο και ίδρυσαν την Ασίνη στην Αργολίδα και τη Νεμέα φθάνοντας ως τη Μεσσηνία.

Ο Σεφέρης παραπονιέται γιατί ο επικός μας ποιητής έχει μόνο μια λέξη γι’ αυτή την πόλη. Όντως, στην Ιλιάδα, στον Νηών κατάλογο, όταν καλούνται οι Μούσες, που κατοικούν στα δώματα του Ολύμπου, να μνημονεύσουν τους ηγεμόνες και τους άρχοντες που ήρθαν στο Ίλιον, για να πολεμήσουν εναντίον της Τροίας, από τον στίχο 559 και μετά ο Όμηρος γράφει: Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθά τε τειχιόεσσα, Ερμιόνη Ασίνην τε βαθύν κατά κόλπον εχούσας […]  «Όσοι λοιπόν κατοικούσαν το Άργος και την περιτειχισμένη Τίρυνθα, την Ερμιόνη και την Ασίνη, που έχουν κόλπους βαθείς». Και συμπληρώνει ο Όμηρος την Τροιζήνα και τις Ηιόνες και την Επίδαυρο με τα πολλά αμπέλια και όσους επίσης κατοικούσαν την Αίγινα και τον Μάσητα, αυτών ήταν αρχηγός ο  βροντόφωνος Διομήδης (αυτός που έχει θεϊκή σκέψη)  που τον ακολουθούσαν 80 μέλανα καράβια. Βασιλιάς, λοιπόν, των Αργείων, και της Ασίνης μας,  κατά την εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της Τροίας ήταν ο ατρόμητος και ένας από τους μεγαλύτερους πολεμιστές μαζί με τον Αίαντα, ο Διομήδης. Με 80 πλοία στόλο θα συμμετάσχει στον Τρωικό Πόλεμο έχοντας να συγκριθεί μόνο με τα 100 πλοία του Αγαμέμνονα.


Τμήμα των κυκλωπείων τειχών που περιβάλλουν την ακρόπολη
Όταν ιδρύθηκε το δωρικό βασίλειο του Άργους  οι Ασιναίοι διέκειντο εχθρικά απέναντί τους, γι’ αυτό βοήθησαν τον βασιλιά της Σπάρτης Νίκανδρο όταν εκστράτευσε κατά των Αργείων. Εκείνοι αμέσως μετά κυρίευσαν την Ασίνη, περίπου το 740 π.Χ., αφού συνάντησαν γενναία αντίσταση από τους κατοίκους. Οι Ασιναίοι, μαζί με τους Τιρυνθίους, αναγκάστηκαν να φύγουν με πλοία ενώ οι Αργείοι κατέστρεψαν την πόλη ολοσχερώς, εκτός από τον ναό του Πυθίου Απόλλωνος, που τα ερείπιά του είδε ο Παυσανίας όταν κατόπιν την επισκέφθηκε. Οι Λακεδαιμόνιοι εγκατέστησαν τους Ασιναίους σε μια πόλη που κτίσθηκε επάνω στο βραχώδες ακρωτήριο του Μεσσηνιακού κόλπου. Σήμερα έχει ταυτισθεί με την Κορώνη, της οποίας η τοποθεσία παρουσιάζει πράγματι, όπως απέδειξε ο Παυσανίας, μεγάλη ομοιότητα με την περί ου ο λόγος Αργολική Ασίνη. Ο Στράβων αναφέρει εν συνεχεία ότι επί των ημερών του η Ασίνη ήταν μόνο μία απλή κώμη, κοντά στο Ναύπλιο. Ο δε Πτολεμαίος μνημονεύει επίσης στα Γεωγραφικά του την Ασίνη, αλλά προσδιορίζει τη θέση της πόλης στο εσωτερικό της Αργολίδας, ίσως γιατί εκείνη την εποχή να υπήρχε ήδη το σημερινό χωριό της Ασίνης, περίπου 2 χιλιόμετρα ΒΔ από τα ερείπια. Τα λεπτομερή  στοιχεία για την Ασίνη μάς παρέχει ο περιηγητής Παυσανίας (110-180).

Ο ανατολικός πύργος
«Οι Ασιναίοι αρχικά ζούσαν περί τον Παρνασσό, γείτονες των Λυκωρειτών, και είχαν από τον οικιστή τους το όνομα Δρύοπες που το διατήρησαν και στην Πελοπόννησο. Κατά την τρίτη γενεά μετά τον οικιστή τους, όταν βασιλεύς τους ήταν ο Φύλας, οι Δρύοπες είχαν νικηθεί σε μάχη από τον Ηρακλή και οδηγήθηκαν στους Δελφούς ως ανάθημα για τον Απόλλωνα. Έπειτα πέρασαν στην Πελοπόννησο κατόπιν χρησμού που ο θεός έδωσε στον Ηρακλή.  Και εγκαταστάθηκαν πρώτα στην παρά την Ερμιόνην Ασίνη.  Από εκεί εκδιώχθηκαν από τους Αργείους και οι Λακεδαιμόνιοι τους επέτρεψαν να κατοικήσουν  στη Μεσσηνία.
»Οι ίδιοι οι Ασιναίοι λένε τα εξής για τους ίδιους: Παραδέχονται ότι νικήθηκαν σε μάχη από τον Ηρακλή και ότι κυριεύθηκε η πόλη τους στον Παρνασσό. Δεν δέχονται όμως ότι αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στον Απόλλωνα, αλλά μόλις άρχισε να κυριεύει το τείχος ο Ηρακλής, αυτοί εγκατέλειψαν την πόλη και κατέφυγαν στις κορυφές του Παρνασσού. Κατόπιν πέρασαν με πλοία στην Πελοπόννησο και έγιναν ικέτες του Ευρυσθέα, ο οποίος, ως εχθρός του Ηρακλή, τους παραχώρησε την Ασίνη της Αργολίδας».

Ανασκαφή της Κάτω Πόλης, 1922.
(Αρχείο Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών)
Το πρόβλημα της θέσης της Ασίνης λύθηκε όταν το 1922 ξεκίνησαν και συνεχίστηκαν από τέσσερεις αποστολές ανασκαφές από Σουηδούς αρχαιολόγους, οι οποίες εξέσκαψαν κυκλώπειο τείχος πάχους 2 και μήκους περίπου 125 μέτρων, με πύλη. Η θέση που καταλαμβάνει ολόκληρος ο αρχαιολογικός χώρος αποτελεί βραχώδες ακρωτήριο, γνωστό στους ντόπιους με το όνομα Καστράκι. Έχει μήκος περίπου 350 μέτρα , πλάτος 140 μ. και ύψος 51.70 μ. Η μόνη δυνατή άνοδος προς την κορυφή του προβόλου είναι από τη ΒΑ πλευρά. Εδώ βρισκόταν και η είσοδος, στο σημείο που  το ισχυρό τείχος συναντούσε τον απόκρημνο βράχο της ακρόπολης, προστατευμένη από δύο πύργους εκατέρωθεν, εκ των οποίων ο ΝΑ,  που είναι και ο μεγαλύτερος, είναι 9.5 μ. Η πύλη ανακατασκευάστηκε κατά τους ρωμαϊκούς και τους βυζαντινούς χρόνους. Στην κορυφή του υψώματος οι σουηδικές ανασκαφές έφεραν στο φως λείψανα μυκηναϊκού ανακτόρου, τα οποία κατά την πολεμική περίοδο του 1940-1944 καταστράφηκαν από τα κατοχικά στρατεύματα που εγκαταστάθηκαν εκεί.

Άποψη της πύλης μετά τις πρώτες ανασκαφές.
(Αρχείο Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών)
Ο λόφος ήταν οχυρωμένος με ισχυρά τείχη, όπως είδαμε όμως καταστράφηκαν από τους Αργείους.  Όταν επέστρεψαν οι Ασιναίοι στην πατρική τους γη οχύρωσαν και πάλι την ακρόπολη. Ο σωζόμενος τώρα περίβολος χρονολογείται στους ελληνιστικούς χρόνους. Μεταγενέστερες προσθήκες σε διάφορα σημεία του τείχους μέχρι και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας αποτελούν αψευδείς μάρτυρες για τη συνεχή χρησιμοποίηση της οχυράς αυτής θέσης έως και τα τελευταία χρόνια.
Απέναντι από τον λόφο της ακρόπολης βρίσκεται το ύψωμα Μπαρμπούνα. Στη βόρεια πλευρά του εκτείνεται μυκηναϊκή νεκρόπολη, όπου ανασκάφηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι μέχρι και τα ίχνη ναού (ίσως του Πυθίου Απόλλωνος που μνημονεύει ο Παυσανίας). Ανοίχθηκαν 25 τάφοι εντός των οποίων βρέθηκαν σκελετοί –σε έναν μάλιστα ένας άνδρας και μία γυναίκα μαζί– πολλά κτερίσματα, ξίφη με χρυσές λαβές, κύπελλα και άλλα αγγεία, περιδέραια και δακτύλιοι. Να επισημανθεί ότι όλα τα αρχαιολογικά ευρήματα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ναυπλίου και στην Ουψάλα της Σουηδίας.

Το ρωμαϊκό λουτρό
Στο βόρειο τμήμα της Κάτω Πόλης, όπως ονόμασαν την περιοχή στους πρόποδες του βράχου όπου βρισκόταν η ακρόπολη οι Σουηδοί αρχαιολόγοι, ανακαλύφθηκε η μεγαλύτερη οικία του μυκηναϊκού οικισμού της Ασίνης, η Οικία G, στην οποία προφανώς πραγματοποιούνταν πολλαπλές δραστηριότητες. Μαζί με έναν αριθμό αντικειμένων, πιθανώς για λατρευτική χρήση, βρέθηκε και η περίφημη πήλινη κεφαλή ειδωλίου (το πιθανότερο πλέον γυναικείας μορφής), που της έχει δοθεί το όνομα Ο άρχων της Ασίνης, Lord of Asine. Αυτό το ειδώλιο είναι το έναυσμα που λειτούργησε ως πηγή έμπνευσης για τον Γιώργο Σεφέρη ώστε να γράψει τον Βασιλιά της Ασίνης. Να τον ψάξει για χρόνια σε τούτη τη γη, να μην μπορέσει να τον βρει, και να τον νιώσει λησμονημένο με τη χρυσή προσωπίδα που φορούσαν οι Μυκηναίοι βασιλιάδες  πια κενή. Απέραντη θλίψη και πίκρα τον διακατέχουν για τον χαμένο βασιλιά, τους πόθους του, τα παιδιά του  τα μαρμαρωμένα, τους ανθρώπους μας που έφυγαν διά παντός, η μελαγχολία του ποιητή, τα περασμένα μεγαλεία. Και ο ποιητής θρηνεί για το κενό. Ή μήπως ο βασιλιάς είναι η τρομαγμένη νυχτερίδα που χτύπησε πάνω στο φως; Και όμως στο τέλος αγγίζει με τα δάχτυλά του την αφή του βασιλιά πάνω στις πέτρες!


Ο βασιλιάς της Ασίνης
  
Ασίνην τε
ΙΛΙΑΔΑ

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος τού ίσκιου εκεί που  η θάλασσα
πράσινη και χωρίς αναλαμπή, το στήθος σκοτωμένου παγονιού
μάς δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ’ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της Ασίνης που τον γυρεύαμε δυο χρόνια τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον Όμηρο
μόνο μια λέξη στην Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα·
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα
παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
«Ασίνην τε…Ασίνην τε…»
και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών και τα καράβια του
αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι·
κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

Ο άρχων της Ασίνης, 1200 π.Χ.
Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη τη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο πού παρασέρνει
ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.


Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέταγμα της βροχής του αγέρα
και της φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη
ζωή μας
αυτών πού απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με την
απεραντοσύνη τού πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία τού βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
διάρκεια της απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι.

«Ασίνην τε   Ασίνην τε…». Να ’ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης
που τον γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη
αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω
στις πέτρες. 
Ασίνη, καλοκαίρι `38 - Αθήνα, Γεν. `40

Γιώργος Σεφέρης. 1940. Ημερολόγιο Καταστρώματος Α΄.

Και μπορεί να είναι μόνο μία λέξη στον Όμηρο, επαρκής για την Ασίνη και τιμή της, όπως και όλο το αδιάλειπτο κουβάρι της ιστορίας της. 
Μαρίνα Μαραγκού

Πηγές:
Στράβων, Πελοποννησιακά
Πτολεμαίος Γεωγραφικά 
Παυσανίας, Μεσσηνιακά, IV, 34, 9-10 
Παυσανίας, Λακωνικά
ΥΠΠΟ, Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας
Όμηρος, Ιλιάς 
Λεξικό Ελεθερουδάκη 
Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ ΛΑΡΟΥΣ







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...