Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγράφοι Έλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγράφοι Έλληνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Κων. Παρθένης, εισηγητής «καινών δαιμονίων» στη νεοελληνική τέχνη

(Αλεξάνδρεια 1878 – Αθήνα 1967)
«Ω ομορφιά που σ’ έχουν πάντα στα χείλη τους οι άνθρωποι, άραγε σ’ έχουν πάντα και μέσ’ στη ψυχή τους;» Κωνσταντίνος Παρθένης

Η νεωτερικότητα γίνεται αποδεκτή από την ελληνική τέχνη ως αξία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σταδιακά και αποσπασματικά και καλείται να αντιπαλέψει τον πανίσχυρο συντηρητικό Ακαδημαϊσμό της Σχολής Μονάχου. Η αποδοχή της βέβαια συσχετίζεται άμεσα με την ελληνική ανάπτυξη, παρά τον αναιμικό χαρακτήρα της, η οποία θα μπορούσε να εντάξει την Ελλάδα στη δυτικοευρωπαϊκή της προοπτική.
Η καλλιτεχνική μορφή που έμελλε να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά και να κατανοήσει με τον πληρέστερο τρόπο τις νεωτερικές καλλιτεχνικές κατακτήσεις, από τον ιμπρεσιονισμό μέχρι τον κυβισμό, είναι ο Κωνσταντίνος Παρθένης.
Σπουδασμένος στη Βιέννη, από το 1909-1911 παραμένει στο Παρίσι όπου μελετάει τους ναμπί και τον Σεζάν. Το 1923, βραβευμένος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πείθεται να υποβάλει υποψηφιότητα για τη θέση καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Γνωρίζοντας τι επικρατεί στους συντηρητικούς καλλιτεχνικούς κύκλους και δη στην έδρα τους, τη Σχολή, αποκηρύσσει εν τω μεταξύ τον φουτουρισμό (άλλωστε το έργο του δεν συσχετίζεται με αυτές τις αναζητήσεις), αφού ο όρος περιλαμβάνει γι’ αυτούς συλλήβδην ό,τι νεωτεριστικό και ταυτόχρονα υποτιμητικό σε περιεχόμενο.

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Νίκος Εγγονόπουλος - ο ρηξικέλευθος υπερρεαλιστής ζωγράφος

Στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών από όπου αποφοίτησε το 1938, είχε καθηγητή τον Κωνσταντίνο Παρθένη και συμμαθητή τον Γιάννη Μόραλη. Κατόπιν μαθήτευσε πλάι στον βυζαντινολάτρη Φώτη Κόντογλου και στον αρχαιολόγο Ανδρέα Ξυγγόπουλο, οι οποίοι τον μύησαν στην υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης.
Η πρώτη του ατομική έκθεση, τον Νοέμβριο του 1939, συνάντησε σφοδρότατη αντίδραση. Και αυτό παρότι οι πίνακες του Εγγονόπουλου ενσωματώνουν, συμβολικά, με ιδιαίτερα άμεσο τρόπο, στοιχεία συσχετιζόμενα με την Ελλάδα (κίονες, άγαλμα κ.λπ.), αιτούμενο της Γενιάς του ’30 και μιας εποχής που η συζήτηση περί ελληνικότητας ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι εικαστικές παραπομπές στο ελληνικό παρελθόν, από τις οποίες βρίθει το έργο του Εγγονόπουλου εξελήφθησαν, δυστυχώς, ως παρωδίες ελληνικότητας και αντιμετωπίσθηκε ως μία δυσνόητη αφηρημένη εικαστική γλώσσα.

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας – στρατευμένος δημιουργός
στην αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας

«Και μόνο το γεγονός ότι είχε τη δύναμη τόσο νέος ακόμη να ξεφορτωθεί το βάρος μιας κληρονομιάς τυραννικής και να προσαρμοστεί στις διαθέσεις της διεθνούς πρωτοπορίας, με αξιώσεις και επιτεύγματα που ένα πλήθος αλλοφύλων διεκδικούσε, ήταν κάτι περισσότερο από ευοίωνο (...)».
«Aκόμη και στις πιο φωτεινές, τις πιο καθάριες, τις πιο διαυγείς συνθέσεις του N. Xατζηκυριάκου - Γκίκα πλανιέται ένα μυστήριο. Eίναι ένα μυστήριο δροσερό, γνώριμο που το ξαναβρίσκουμε με ανακούφιση γιατί είναι δικό μας».
 Oδυσσέας Eλύτης (Aγγλοελληνική επιθεώρηση, Iανουάριος 1947)

Με δάσκαλό του τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ο Ν. Χατζηκυριάκος-Γκίκας (Αθήνα 1906-1994) έχει στο ενεργητικό του πενήντα ατομικές εκθέσεις, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το 1937 εκδίδει μαζί με τον Δ. Πικιώνη, τον Τ.Κ. Παπατσώνη και τον Π. Καραντινό το πρωτοποριακό περιοδικό «Το Τρίτο Μάτι».
Ονομάσθηκε πατριάρχης της ζωγραφικής, ωστόσο μας  έχει δώσει και αξιόλογα  δείγματα της χαρακτικής και της γλυπτικής τέχνης, καθώς και της σκηνογραφίας, ενώ σχεδιάζει επίσης σκηνικά και κοστούμια για παραστάσεις. Γράφει άρθρα και μελέτες για την Αρχιτεκτονική και την Τέχνη. Διετέλεσε και καθηγητής ζωγραφικής στο Πολυτεχνείο.
Ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας έκανε την πρώτη του ατομική έκθεση στο Παρίσι σε ηλικία 21 ετών και ο Πάμπλο Πικάσο είπε γι’ αυτόν: «Αυτός ο ζωγράφος έχει μεγάλη ηθική συνείδηση».

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Νικόλαος Γύζης - Ο ακαδημαϊσμός και τα βήματα μπροστά

(Σκλαβοχώρι Τήνου 1842 - Μόναχο 1901).
Προσωπικότητα που δέσποσε μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα στην ελληνική τέχνη του 19ου αιώνα και εκπροσωπούσε τη ρομαντική αισθητική του κλασικισμού. Ο Γύζης είναι ο καλλιτέχνης που παρέμεινε σχεδόν σε όλη του τη ζωή στο Μόναχο και μάλιστα δίδαξε στην Ακαδημία.
Η Βασιλική Ακαδημία των Εικαστικών Τεχνών του Μονάχου υπήρξε ο πόλος έλξης μιας σειράς Ελλήνων καλλιτεχνών και ένα μεγάλο μέρος της κλήθηκε να επανδρώσει ως διδακτικό προσωπικό το Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας. Η επιλογή του Μονάχου δεν ήταν καθόλου τυχαία αφού υπήρχαν οι προφανείς σχέσεις με τη Βαυαρία, και ενισχύονταν από τον Λουδοβίκο Α’, τον πατέρα του Όθωνα.

Παιδικοί αρραβώνες
Ο Γύζης εντάχθηκε με σχεδόν απόλυτο τρόπο στη βαυαρική κοινωνία και ακολούθησε την τεχνοτροπική ακαμψία του ακαδημαϊσμού, όντας από τους πιο ταλαντούχους εκπροσώπους της Σχολής. Τα έργα του της πρώτης περιόδου κινούνται γενικά μέσα στο κυρίαρχο κλίμα του ακαδημαϊσμού, ωστόσο η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα του Γύζη αρχίζει να αποστασιοποιείται αισθητά από την ψυχρή και μάλλον άψυχη σοβαρότητα της τεχνοτροπίας αυτής.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Γιάννης Τσαρούχης - ελληνοκεντρικός μοντερνισμός

(Πειραιάς 1910-1989). Ταυτόχρονα με τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών με καθηγητή τον Κ. Παρθένη, μαθήτευσε κοντά στον Φ. Κόντογλου. Εκπρόσωπος της Γενιάς του ’30, ακολούθησε τον ελληνοκεντρικό μοντερνισμό.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 εστράφη σε τεχνικές της δυτικής ζωγραφικής. Ασχολήθηκε επίσης εκτός από τη ζωγραφική με την ενδυματολογία, τη σκηνογραφία και τη σκηνοθεσία.

Ο ελληνοκεντρικός μοντερνισμός
Η ομάδα του ελληνοκεντρισμού αποτελεί ένα αρκετά θα λέγαμε ανομοιογενές φαινόμενο. Ξεκινάει από τις ρομαντικές διαθέσεις της γενιάς του Παρθένη και, ακολουθώντας λες τα θεωρητικά κείμενα του Περικλή Γιαννόπουλου, ανιχνεύει τα στοιχεία ταυτότητας της ελληνικής υπαίθρου, «γράφοντας» όλα τα σχήματα με ένα «αιθέριο και άυλο» φως. Θα φθάσει μέχρι τη Γενιά του ’30, έχοντας ως αφετηρία τη φωνή του Κόντογλου την οποία θα αφουγκρασθούν οι μαθητές του Τσαρούχης, Εγγονόπουλος αλλά και οι Χατζηκυριάκος Γκίκας και Σπύρος Βασιλείου.

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Ν. Λύτρας, Γ. Μπουζιάνης - Συνεπής μοντερνισμός

Ιστορικό. Με τον ερχομό του Όθωνα το νέο ελληνικό κράτος έχει ως στόχο τον εξευρωπαϊσμό της  κοινωνίας. Η Βαυαροκρατία με έναν επιπλέον σεβασμό και στους προσανατολισμούς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού ιδρύει το Σχολείον των Τεχνών (εξελίχθηκε προοδευτικά σε Σχολή Καλών Τεχνών). Οι πρώτοι ξένοι ή ντόπιοι, σπουδασμένοι όμως στη βαυαρική πρωτεύουσα, θα μετεμφυτεύσουν το νόθο κλασικιστικό πνεύμα της Σχολής του Μονάχου στο οποίο επικρατεί ο ακαδημαϊσμός με μια «ποιητική και ειδυλλιακή αντίληψη» που αρέσει και κολακεύει την ευαισθησία μιας μικροαστικής τάξης στην ανάπτυξή της.

Η Ελλάδα θα ακολουθήσει με μεγάλη βραδύτητα διαδικασιών τα ρεύματα του μοντερνισμού που αναπτύσσονται στα ευρωπαϊκά κέντρα ήδη από τον 19ο αιώνα ως αντίλογος στην ακαδημαϊκή τέχνη. Μόνο στην αρχή του 20ού αιώνα θα έρθει τελικά η ποθητή ανανέωση στη  ζωγραφική παρά τις αντιδράσεις των ακαδημαϊκών κύκλων για την πρωτοκαθεδρία.
Με την είσοδο του μεγάλου Κρητικού πολιτικού Ελ. Βενιζέλου η εθνική ιδεολογία πλουτίζεται με νέες αποχρώσεις, παρακολουθώντας συνάμα τις ευρωπαϊκές νεωτερικές τάσεις. Έτσι, στη ζωγραφική θα αναπτυχθούν δύο ρεύματα: Ο συνεπής μοντερνισμός και ο ελληνοκεντρικός μοντερνισμός  που θα φθάσει μέχρι τη Γενιά του ’30 και που ανακαλεί το εθνικά διακριτό, τη σύνδεση της τέχνης με την πορεία του ελληνισμού (αρχαιότητα, Βυζάντιο, λαϊκή τέχνη).
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...