«Ω ομορφιά που σ’ έχουν πάντα στα χείλη τους οι άνθρωποι, άραγε σ’ έχουν πάντα και μέσ’ στη ψυχή τους;» Κωνσταντίνος Παρθένης
Η νεωτερικότητα γίνεται αποδεκτή από την ελληνική τέχνη ως αξία κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σταδιακά και αποσπασματικά και καλείται να αντιπαλέψει τον πανίσχυρο συντηρητικό Ακαδημαϊσμό της Σχολής Μονάχου. Η αποδοχή της βέβαια συσχετίζεται άμεσα με την ελληνική ανάπτυξη, παρά τον αναιμικό χαρακτήρα της, η οποία θα μπορούσε να εντάξει την Ελλάδα στη δυτικοευρωπαϊκή της προοπτική.
Η καλλιτεχνική μορφή που έμελλε να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά και να κατανοήσει με τον πληρέστερο τρόπο τις νεωτερικές καλλιτεχνικές κατακτήσεις, από τον ιμπρεσιονισμό μέχρι τον κυβισμό, είναι ο Κωνσταντίνος Παρθένης.
Σπουδασμένος στη Βιέννη, από το 1909-1911 παραμένει στο Παρίσι όπου μελετάει τους ναμπί και τον Σεζάν. Το 1923, βραβευμένος στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, πείθεται να υποβάλει υποψηφιότητα για τη θέση καθηγητή στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Γνωρίζοντας τι επικρατεί στους συντηρητικούς καλλιτεχνικούς κύκλους και δη στην έδρα τους, τη Σχολή, αποκηρύσσει εν τω μεταξύ τον φουτουρισμό (άλλωστε το έργο του δεν συσχετίζεται με αυτές τις αναζητήσεις), αφού ο όρος περιλαμβάνει γι’ αυτούς συλλήβδην ό,τι νεωτεριστικό και ταυτόχρονα υποτιμητικό σε περιεχόμενο.








