Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ρωμαϊκά μνημεία της Αθήνας Β’

Άνω και κάτω: Δύο φωτογραφίες  του Ηρωδείου από τον 19ο αι.
πριν από την αναστήλωσή του (AcroBase).

Τα ρωμαϊκά μνημεία, που πολλά  διασώζει  η Αθήνα, είναι και αυτά αντιπροσωπευτικά δείγματα της ρωμαϊκής τέχνης, η οποία χαρακτηρίζεται από πληθώρα δανείων από την κλασική τέχνη της Ελλάδας –κυρίως με διαφορετικό περιεχόμενο– την οποία οι Ρωμαίοι αξιοποίησαν, θεωρώντας την ως την ύψιστη μορφή του ελληνικού πνεύματος. Το αποτέλεσμα ήταν έργα τέχνης, «ελληνορωμαϊκής» τεχνοτροπίας, τα οποία επηρέασαν την όψη του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού και συνεχίζουν ως σήμερα. Μάλιστα, πολλά παλαιότερα μνημεία δέχτηκαν επεμβάσεις από τους Ρωμαίους ή σωτήριες επιδιορθώσεις.
Δύο ακόμη σταθερά μνημεία της αθηναϊκής τοπογραφίας, δείγματα της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, είναι το Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού και το Μνημείο του Φιλοπάππου.

To Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού 
Το περίφημο, όπως το λέμε σήμερα, Ηρώδειο, βρίσκεται στη νότια κλιτύ του βράχου της Ακρόπολης.  Στη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ. το ωδείο αυτό οικοδομήθηκε με δωρεά του φημισμένου στην αρχαιότητα φιλόσοφου Τιβέριου Κλαύδιου Αττικού Ηρώδη. Ο Ηρώδης ο Αττικός ήταν γνωστός γόνος μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας και ευεργέτης. Κατασκεύασε το ωδείο σε ανάμνηση της συζύγου του Ρήγιλλας, η οποία πέθανε το 160 μ.Χ. Επειδή δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία κατασκευής του, υπολογίζεται από το 160 μ.Χ. ως το 174 μ.Χ. που ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφθηκε το μνημείο και το περιγράφει με μεγάλο θαυμασμό.
Στη νότια κλιτύ είχε προηγηθεί το ωδείο του Περικλή (5ος αι. π.Χ.), που οικοδομήθηκε κατά την ένδοξη περίοδο της αρχαίας Αθήνας, ενώ το 15 π.Χ. κατασκευάσθηκε άλλο ένα ωδείο, το επονομαζόμενο του Αγρίππα, στην Αρχαία Αγορά.
Το Ωδείο  του Ηρώδου του Αττικού ήταν στεγασμένο, είχε χωρητικότητα 5.000 θεατών και χρησιμοποιήθηκε κυρίως για μουσικές εκδηλώσεις.

Πωρολιθικές λιθόπλινθοι διαμόρφωναν τις δύο όψεις των τοίχων, ενώ το εσωτερικό ήταν γεμισμένο με ακατέργαστους λίθους από τον Πειραιά. Το κοίλο ήταν ημικυκλικού σχήματος και είχε λαξευθεί στον βράχο. Χωριζόταν σε δύο διαζώματα με 32 σειρές μαρμάρινων εδωλίων. Ο ανώτερος διάδρομος του κοίλου πιθανότατα διαμορφωνόταν σε περιμετρική στοά. Η ορχήστρα είχε και αυτή ημικυκλικό σχήμα και ήταν στρωμένη με πλάκες από μάρμαρο Πεντέλης. Η σκηνή ήταν υπερυψωμένη και ο τοίχος της, ο οποίος έχει σωθεί σε ύψος 28 μ., διαρθρωνόταν σε τρεις ορόφους. Στο ανώτερο τμήμα του υπήρχαν αψιδωτά ανοίγματα και στο κατώτερο τρίστυλες προστάσεις και κόγχες, στις οποίες τοποθετούνταν αγάλματα, σύμφωνα με την παράδοση που ακολουθούσαν τα ρωμαϊκά θέατρα. Εκατέρωθεν της σκηνής υπήρχαν κλίμακες, που οδηγούσαν στο άνω διάζωμα του κοίλου. Ψηφιδωτά δάπεδα με γεωμετρικά και γραμμικά μοτίβα κάλυπταν τις εισόδους των κλιμακοστασίων και του μετασκηνίου.
Η κατασκευή του μνημείου ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή, γεγονός που επισημαίνεται και από αρχαίες μαρτυρίες, που κάνουν λόγο κυρίως για το ξύλο κέδρου που είχε χρησιμοποιηθεί για τη στέγη. Η στέγαση του κοίλου του ωδείου δεν δείχνει να είχε εσωτερικά στηρίγματα, κάτι που ακόμη και σήμερα παραμένει κατασκευαστικό επίτευγμα. Το ωδείο επικοινωνούσε στην ανατολική του πλευρά με τη στοά του Ευμένη, ένα στεγασμένο κτήριο που είχε κατασκευασθεί από τον βασιλιά της Περγάμου Ευμένη (197-159 π.Χ.). 
Το 267 μ.Χ. το ωδείο καταστράφηκε από την επιδρομή των Ερούλων, οι οποίοι έκαψαν και κατέστρεψαν πολλά οικοδομήματα της αρχαίας Αθήνας, και δεν ανοικοδομήθηκε ποτέ, όπως έγινε με άλλα αρχαία κτίσματα που είχαν υποστεί καταστροφές. Στα μεταγενέστερα χρόνια το ωδείο εντάχθηκε στην οχύρωση της πόλης της Αθήνας.
Το 1826 εισέβαλαν από εκεί στην Ακρόπολη ο Κ. Φαβιέρος, ο Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός, και οι στρατιώτες του κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους, ανεφοδιάζοντας τους πολιορκούμενους Έλληνες με τρόφιμα και πυρίτιδα. Το μνημείο αναστηλώθηκε την περίοδο 1952-1953 με μάρμαρο Διονύσου και από το 1957 χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή καλλιτεχνικών εκδηλώσεων.

Το Μνημείο του Φιλοπάππου (Λόφος Μουσών)

Χρονολογείται μεταξύ 114-116 μ.Χ. και είναι η τελευταία κατοικία ενός Ρωμαίου αξιωματούχου που τάφηκε αντίκρυ στην Ακρόπολη. Ο Αντίοχος Φιλόπαππος ήταν γιος του βασιλιά της Κομμαγηνής (ενός ασιατικού βασιλείου) και το 109 μ.Χ. χρημάτισε Άρχων στην Αθήνα. Κτίσθηκε από τους Αθηναίους προς τιμήν του μεγάλου ευεργέτη της πόλης τους, ο οποίος είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα και είχε γίνει Αθηναίος πολίτης αναλαμβάνοντας δημόσια και θρησκευτικά αξιώματα.
Το εμφανές μείγμα ελληνικής-ελληνιστικής και ρωμαϊκής παράδοσης αποτελεί, ίσως, και το σημαντικότερο «μήνυμα» που εκπέμπει το έργο.  
Σύμφωνα με τον Παυσανία το μνημείο κτίσθηκε στην ίδια θέση όπου παλαιότερα είχε ταφεί ο Μουσαίος.


Διαστάσεων 9.80 Χ 9.30 μ. το μνημείο, περιελάμβανε τον ταφικό θάλαμο και ήταν κτισμένο από λευκό πεντελικό μάρμαρο σε βάθρο ύψους 3,08 μ. από πωρόλιθο επενδυμένο με πλάκες μαρμάρου από τον Υμηττό. Η βόρεια πλευρά που είναι ορατή από την Ακρόπολη ήταν η πρόσοψη του μνημείου και είχε πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο. Κτίσθηκε επάνω στον τάφο του Φιλοπάππου και συνδυάζει ελληνικά και ρωμαϊκά τεχνοτροπικά και μορφολογικά στοιχεία. Υπάρχουν ανάγλυφα που δείχνουν τον νεκρό να εκτελεί τα αξιώματά του και γλυπτά του ιδίου ως φιλοσόφου καθώς και των βασιλικών προγόνων του. Σώζονταν  πέντε επιγραφές της πρόσοψης μέχρι τα μέσα του 15ου αιώνα, όταν ο Κυριακός ο εξ Αγκώνος τις αντέγραψε. Οι τρεις που είναι χαραγμένες κάτω από τα αγάλματα δίνουν τα ονόματα των απεικονιζόμενων προσώπων. Η κεντρική μορφή ήταν ο Φιλόπαππος, γιος του Επιφάνους, αριστερά ο Αντίοχος, γιος του βασιλέα Ιουλίου Αντιόχου Φιλoπάππου, και δεξιά ο βασιλιάς Σέλευκος Νικάτωρ, γιος του Αντιόχου.
Οι ανασκαφές στην περιοχή του μνημείου ξεκίνησαν το 1898 και το 1940 πραγματοποιήθηκε συμπληρωματική διερευνητική ανασκαφή. 
Σύμφωνα με νεότερες έρευνες, διαπιστώθηκε ότι αρχιτεκτονικά μέλη από την ανωδομή του μνημείου χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του Μιναρέ στον Παρθενώνα.
Μ.Μ. texnografia
Πηγές: 
-Προϊστορική και Κλασική Τέχνη 
-Υπουργείο Πολιτισμού (odysseus.culture)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...