Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2013

Λουκιανός, ένας ιδιότυπος κωμωδιογράφος

(Σαμόσατα Συρίας περ. 235 - Αντιόχεια 312)
Ιστορική επισκόπηση
μέχρι τον Λουκιανό

Η τελευταία φάση ιστορικής εξέλιξης του αρχαίου κόσμου γύρω από τη Μεσόγειο είναι ασφαλώς οι χρόνοι της οικουμενικής κυριαρχίας της Ρώμης. Θα δημιουργηθεί τότε μια πολιτιστική ενότητα με τη σύμμειξη του ελληνικού και του ρωμαϊκού στοιχείου που θα επικαλυφθεί από όλες τις τοπικές παραδόσεις των μεσογειακών λαών. Πραγματοποιείται συγχρόνως, δηλαδή, η σταδιακή διείσδυση και η συγχώνευση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και λατρειών της Ανατολής, ο γνωστός μας θρησκευτικός συγκρητισμός.
Εν τω μεταξύ όλες οι προηγούμενες φιλοσοφικές σχολές και οι ομάδες θα συνεχίσουν τη δράση τους κατά τη ρωμαϊκή περίοδο, μη εξαιρουμένων και της πλατωνικής Ακαδημίας και του Περιπάτου του Αριστοτέλη, προσαρμοσμένες στις νέες απαιτήσεις των καιρών.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, στον 2ο αιώνα, κατά την εποχή των Αντωνίνων, ανάμεσα στους τεχνίτες του λόγου, στις ατέλειωτες διαμάχες μεταξύ των φιλοσοφικών σχολών, στις διάφορες μορφές του μυστικισμού και των δεισιδαιμονιών θα ξεπηδήσει ένας άνθρωπος σκεπτικιστής που επαγγέλλεται τη σάτιρα, και είναι ο Λουκιανός.
Η δράση του Λουκιανού τοποθετείται κατά την ακμή της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής ενσαρκώνοντας και ο ίδιος τη σύζευξη των διαφόρων τάσεων των ρητορικών και φιλοσοφικών μορφών. Ο εξελληνισμένος Σύρος σοφιστής και σατιρικός συγγραφέας, αφού θα έχει την ευκαιρία να εμβαθύνει στην ελληνική παιδεία, θα προσπαθήσει να φωτίσει το αληθινό πρόσωπο της εποχής του. Μετρημένος αττικιστής, με ήθος πάνω στην ελληνική γλώσσα, με φαντασία και πνεύμα, θα προσφέρει γέλιο με ύφος σοβαρό, θα γίνει ένας σπουδογέλοιος, όπως έλεγαν οι αρχαίοι.

Μια διεισδυτική ματιά στην τέχνη του Λουκιανού
Νεκρικοί διάλογοι, Ικαρομένιππος
Ο Λουκιανός κρίνει όσα βλέπει γύρω του και μάλιστα ίσως με το μάτι του ξένου που έρχεται φορτισμένος με τις πατρογονικές του παραδόσεις και έχει περιπλανηθεί σε ολόκληρη την πολύμορφη και «πολυπροσανατολισμένη» ρωμαϊκή οικουμένη, χωρίς να είναι βέβαια επαναστάτης ούτε να ανοίγει νέους δρόμους. Επιχειρεί να περιγράψει με το γέλιο και το σκώμμα την παρακμή. Δεν ανήκει σε καμιά φιλοσοφική σχολή, δεν υποτάσσεται σε καμία αυθεντία και τα ειρωνεύεται όλα γιατί απλώς όλα έχουν χάσει την ποιότητά τους.
Είναι ένας επιφανειακός γνώστης του αττικού κόσμου στον οποίο αναμειγνύει στοιχεία της αυτοκρατορικής εποχής δυσκολεύοντάς μας να καταλάβουμε αν αυτό γίνεται εν αγνοία του ή καταστρώνει ένα ειρωνικό παιχνίδι.
Δείγμα της ωριμότητάς του είναι οι σατιρικοί διάλογοι, διάλογοι που θα πάρει από τον Πλάτωνα και θα τους κάνει πιο απλοϊκούς, πιο καθημερινούς, ένα δικό του πλέον εκφραστικό μέσο με το οποίο θέλει να πετύχει το τερπνό και με το περιεχόμενο το χρήσιμο. Με τη δημιουργία τους θα εξυπηρετήσει τις δικές του ανάγκες, θα επηρεάσει ωστόσο και όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Θα τους χρησιμοποιήσει για να διακωμωδήσει τις διάφορες απαρχαιωμένες και σχηματοποιημένες αντιλήψεις της ελληνικής μυθολογίας καταγινόμενος με τα πιο γνωστά της θέματα. Στο τολμηρό αυτό παιχνίδι που κάνει με τον μύθο, επαναλαμβάνοντας συνεχώς τις αντιφάσεις και το παράλογο που κυριαρχεί σε αυτόν, στρέφεται και προς την κυνική φιλοσοφία τοποθετώντας ξιπασμένους πλούσιους και ευτυχισμένους φτωχούς τον καθένα στην αντίπερα όχθη.
Το έναυσμα για μια θεώρηση πάνω στην τέχνη του Λουκιανού λαμβάνεται από διάφορα αποσπάσματα που παίρνουμε από τους Νεκρικούς διαλόγους. Το κεντρικό πρόσωπο εν προκειμένω είναι ο Μένιππος, ένας συμπατριώτης του Λουκιανού κυνικός (3ος αι. π.Χ.) που η απάθειά του συνάδει με τη φιλοσοφία του, όπως διαγράφεται ο χαρακτήρας του από τον συγγραφέα. Είναι η εποχή που στους κύκλους της ρωμαϊκής κοινωνίας η φιλοσοφία αυτή γνωρίζει μια νέα λάμψη. Οι οπαδοί της, ανταποκρινόμενοι στη διάχυτη τάση να καταπολεμηθεί η έκλυση των ηθών,
η διαφθορά και η δεισιδαιμονία, επανέρχονται στις αυστηρές αρχές του οι οποίες στρέφονταν με σατιρικό και συχνά περιφρονητικό τρόπο εναντίον του πολιτισμού, της θρησκείας, της επιστήμης αλλά και της ίδιας της ζωής, αξιώνοντας την επιστροφή του ανθρώπου στην πρωτόγονη κατάσταση.

Από την πρώτη στιγμή, μέσα από τη σάτιρα, ο Λουκιανός μάς απαλύνει τη ζοφερή ατμόσφαιρα του Κάτω Κόσμου και προκαλεί τον γέλωτα. Η εικόνα που μας δίνεται είναι πολύ παραστατική. Ο φιλόσοφος Μένιππος ταξιδεύει για τον Άδη με μοναδική αποσκευή την κοσμοθεωρία και τη βιοθεωρία του. Η μυθική λαϊκή δοξασία όμως άλλα επιτάσσει. Ο Χάρων, που διαπορθμεύει τους νεκρούς μέσω του Αχέροντα στην αντίπερα όχθη, στο βασίλειο του Πλούτωνα, ζητεί έξαλλος για την εκδούλευση τον καθιερωμένο οβολό, ειδαλλιώς θα σε πνίξω, του λέει. Ο Μένιππος απαντά το περίφημο και πάντα επίκαιρο «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος», ως ένας συνεπής κυνικός. Απτόητος και άφοβος ο ήρωάς μας αντιμετωπίζει τον πορθμέα του Άδη ως απλό άνθρωπο και τον απειλεί μάλιστα ότι θα του ανταποδώσει τη χειροδικία.
Ο σατιρικός συγγραφέας θα επιστρατεύσει επίσης μυθολογικά πρόσωπα, όπως τον Αιακό, βασιλιά της Αίγινας εν ζωή και νυν δικαστή των νεκρών, και την Εκάτη, θεά των νεκρών και των φαντασμάτων. Εδώ μας παρέχει καθαρή την εικόνα μιας κοινωνίας με δύο ταχύτητες, με πολύ φτωχούς ανθρώπους που δεν διαθέτουν καν τους αναγκαίους για τα προς το ζην πόρους, ώστε φθάνουν στο έσχατο σημείο ανέχειας να σιτίζονται από τα «δείπνα της Εκάτης», τα πολυτελή γεύματα που προσέφεραν οι πλούσιοι για να εξευμενίσουν τη σεληνιακή θεότητα στις «τριόδους» και από τα οποία ζούσε και ο Μένιππος.
Ο Λουκιανός δεν θα διστάσει επιπλέον να εξακοντίσει τα βέλη του και προς τη θρησκεία, που φαίνεται να την κοιτάζει μέσα από την ποίηση, θέλοντας να αποκαλύψει πόσο σαθρή έχει καταντήσει η θρησκευτική πίστη. Θα κατεβάσει στο επίπεδο των κοινών ανθρώπων και έναν από τους θεούς του Δωδεκάθεου, τον Ερμή, που αντιδρά ως κοινός θνητός για τις πολλές αρμοδιότητές του, καθώς είναι επιφορτισμένος, εκτός από τις πολλές χθόνιες ασχολίες, να συνεργάζεται και με τον Πλούτωνα ως ψυχοπομπός.

Στο τέλος, είναι πρόδηλο ότι τη μεγαλύτερη επίδραση την έχει δεχθεί ο συγγραφέας από την κυνική λαϊκή φιλοσοφία διότι αποθεώνει τον Μένιππο αποκαλώντας τον έναν αληθινά ελεύθερο άνθρωπο, που τίποτε δεν τον μέλλει.
Στη συνέχεια μας δίνεται η ευκαιρία να αποκομίσουμε τα πλέον ασφαλή συμπεράσματα για τον τρόπο που βλέπει ο Λουκιανός τους φιλοσόφους –που όπως γνωρίζουμε δεν είναι ο καλύτερος– αφού εν γένει στο έργο του χαρακτηρίζονται ασυνεπείς προς τις ιδέες τους και μαχόμενοι «περί όνου σκιάς».
Στον Ικαρομένιππο λοιπόν ο Λουκιανός, με μεγάλη φαντασία και πνεύμα, έχει πάλι πρωταγωνιστή τον ίδιο φιλόσοφο να αναζητεί το νόημα της ζωής, και μπερδεμένος από τις αντικρουόμενες φιλοσοφικές απόψεις, να μιμείται τον Ίκαρο, και έπειτα από μια στάση στη Σελήνη να φθάνει στον τόπο κατοικίας των θεών για να απαντήσει στις απορίες του ο Δίας.
Εδώ απροκάλυπτα στιγματίζει τους φιλόσοφους με ιλαρούς χαριεντισμούς και δηκτικά σκώμματα αναδεικνύοντας τη σύγχυση και τις παρεξηγήσεις που δημιουργούν. Παρότι θίγει μεγάλα προβλήματα που ταλάνισαν τη φιλοσοφία στη συμπόρευσή της με την επιστήμη τα προσεγγίζει με έναν πολύ επιφανειακό τρόπο και ελαφρότητα.
Στο φανταστικό ταξίδι του Μένιππου η Σελήνη λοιδορεί απαυδισμένη τις τόσες διαφορετικές απόψεις και «ό,τι φανταστεί ο καθένας» που έχουν υποστηρίξει για την ύπαρξή της. Την έχουν «κατασπαράξει με τα λόγια τους» και την κακογλωσσιά τους σε σημείο που σκέπτεται να μεταναστεύσει. Πόση είναι, ποια είναι, κατοικείται, δεν κατοικείται, είναι αυτόφωτη ή όχι, «πιάνοντας» στο στόμα τους ακόμη και τον αδελφό της τον Ήλιο. Προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες αναμεμειγμένες με επιστημονικές και φιλοσοφικές απόψεις που περιπαίζει ο Λουκιανός.

Στην αδρή αλλά και γοητευτική αυτή σάτιρά του κατόπιν χτυπάει αλύπητα την
ανθρώπινη ανηθικότητα και τον ξεπεσμό. Οι άνθρωποι την ημέρα εμφανίζονται
σοβαροί και υπόδειγμα, ισχυρίζεται, ενώ στο σκότος, υπό την κάλυψη της Σελήνης, η δράση τους είναι παράνομη και έξω από τους ηθικούς κανόνες σε τέτοια κατάσταση, που ακόμη και οι γέροι να «ντροπιάζουν την αρετή».
Φθάνει στο έσχατο πια σημείο η Σελήνη να ζητήσει από τον πατέρα των θεών να εξοντώσει όλη τη φιλοσοφία που μας κληροδότησε ο αρχαίος κόσμος. Απορρίπτει κατά συρροήν, με σκληρότητα και κακεντρέχεια θα λέγαμε, όλες τις φάσεις που διένυσε η φιλοσοφία από την Κοσμολογική περίοδο με τους «φυσικούς φιλοσόφους, κατόπιν την Ανθρωποκεντρική περίοδο με τη διαλεκτική του Σωκράτη, συμπεριλαμβανομένων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, μέχρι την Ατομικιστική περίοδο με τα αντίστοιχα αντιπροσωπευτικά ρεύματα. Ο κωμωδιογράφος ζυγίζει όλους τους εκπροσώπους της φιλοσοφίας και τους βρίσκει σάπιους και κούφιους καταδικάζοντάς τους όλους στην πυρά. Μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι φαίνεται να αδιαφορεί ή να αγνοεί, για την επιστημονική ειδίκευση που χαρακτηρίζει την εποχή αυτήν, και η οποία θα προσφέρει εκπληκτικές βάσεις για το μέλλον, χωρίς βεβαίως να είναι ακόμη διαχωρισμένη με σαφή όρια από τη φιλοσοφία.
Ο Λουκιανός, παρά τη σκωπτική του διάθεση, έχει μια ανυπέρβλητη χάρη. Η φαντασία του είναι και αυτή ανεξάντλητη και μπορεί κανείς να τον ονομάσει πρώτο συγγραφέα φανταστικών περιπετειών. Ο σατιρικός του οίστρος, πηγαίος και αυθόρμητος, με τις δηκτικές παρατηρήσεις του, τις έντεχνες απόψεις και την πυκνή επιχειρηματολογία του είναι πρότυπο για τη νεότερη σάτιρα. Πάντα με ακονισμένη γλώσσα είναι έτοιμος να ειρωνευθεί, να σατιρίσει χωρίς να τον δεσμεύει τίποτε. Το πνεύμα του γίνεται φιλοκατήγορο, σαρκαστικό και σχεδόν υβριστικό. Ό,τι του λείπει όμως από την ιδιοφυΐα του είναι λίγη ευαισθησία. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια καλοσύνη κάτω από την ειρωνεία ή κάποια συμπάθεια κάτω από τη σάτιρα.

Ο Λουκιανός είναι επομένως αρνητής όλων, παρά την προτίμησή του στον κυνισμό, δεν είναι πουθενά προσηλωμένος και υποταγμένος. Καυτηριάζει και χλευάζει τους πάντες και τα πάντα, ανθρώπους, θεούς, σύμβολα, νεκρούς και ιδέες.
Πραγματικά αναρωτιέται κανείς, όπως αναρωτήθηκαν και οι αναλυτές του έργου του, αν είναι πραγματικά ένας παρατηρητής και καταγραφέας των σημείων του
καιρού του τα οποία αποτύπωσε στο έργο του, σατιρίζοντας τα κοινωνικά φαινόμενα, βλέποντας τις κοινωνικές ανισότητες, τους παρασιτισμούς και την εξαθλίωση ή –διατηρώντας συνάμα μια ιδιότυπη σχέση με το παρελθόν– είναι προσηλωμένος σε έναν δικό του λογοτεχνικό κόσμο που απάδει της εποχής του.
Εν κατακλείδι, αυτό το ανήσυχο ζωηρό πνεύμα βρίσκεται μέσα στα πράγματα της εποχής του και με οξύτατο βλέμμα διαβλέπει την πλημμέλεια των συγχρόνων του. Συναρμόζει τον διάλογο με την κωμωδία –δύο αταίριαστα είδη– και αναδεικνύει το κάλλος του καθενός περισσότερο, διαπλάθοντας ένα νέο λογοτεχνικό είδος, που θα χρησιμοποιήσει ως όπλο για να σαρώσει στο διάβα του μυθολογία, φιλοσοφία, θρησκεία, όλα οικοδομήματα ετοιμόρροπα στην εποχή του, αλλά και ανθρώπους, ζωντανούς και νεκρούς.
Μαρίνα Μαραγκού texnografia
Πηγές:
Ανθολογία Ελληνικής Γραμματείας, Λουκιανός – Ικαρομένιππος ή Υπερνέφελος)
Χρηστίδης Δ., Λουκιανός - Σάτιρα θανάτου και κάτω κόσμου



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...