Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Γκαρσία Μάρκες - ο πληθωρικός, ρεαλιστικός λόγος ενός χρονικού

Αρακατάκα, παραλιακό χωριό της Κολομβίας, 1927 - 2014.
Ο Κολομβιανός νομπελίστας πέθανε πρόσφατα,  τη Μεγάλη Πέμπτη,  στο σπίτι του στην Πόλη του Μεξικού, σε ηλικία 87 ετών. Τον επικείμενο θάνατό του περιμέναμε από καιρό καθώς τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ήταν αυξημένα. Είχε προσβληθεί από καρκίνο  στους λεμφαδένες από το 1999, και πριν από ενάμιση χρόνο ο αδελφός του Χάιμε είχε ενημερώσει ότι ο Γκάμπο έπασχε από άνοια.
Η τύχη του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες άλλαξε στα 40 του χρόνια με την έκδοση, το 1967, του μυθιστορήματος που θα τον έκανε διάσημο σε όλο τον κόσμο, έχοντας ξεπεράσει ως τώρα σε πωλήσεις τα 50 εκατ. αντίτυπα. Ήταν το Εκατό χρόνια μοναξιά. Με έναν ιδιότυπο «μαγικό ρεαλισμό», όπου φαντασία και πραγματικότητα παντρεύονταν σε ένα παραμύθι σουρεαλιστικό που αναπαριστούσε γεγονότα από την ιστορία, την κουλτούρα, την πολιτική πραγματικότητα, τη βία και την εκμετάλλευση στη Λατινική Αμερική των δεκαετιών 1950-1960, το βιβλίο διαβάστηκε στην Ευρώπη καθιερώνοντας τη λογοτεχνία μιας ολόκληρης ηπείρου. Μετά τον Γκάμπο, όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά φίλοι και αναγνώστες, η λογοτεχνία της Λατινικής Αμερικής μπήκε στην κεντρική λογοτεχνική σκηνή και ταυτίστηκε με το όνομά του.

Ο Μάρκες καθιερώθηκε, έτσι, ως ένας από τους σημαντικούς πεζογράφους της ισπανικής γλώσσας – μάλιστα ο ομότεχνός του Κάρλος Φουέντες τον θεωρούσε τον δεύτερο μεγάλο συγγραφέα στην Iσπανική μετά τον Θερβάντες. 

Αποτελεί κορυφαία μορφή της λατινοαμερικάνικης πεζογραφικής «γενιάς της έκρηξης» και υπήρξε ο πατριάρχης του λατινοαμερικάνικου μαγικού ρεαλισμού. Έχει περάσει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως ένας από τους μεγάλους συγγραφείς του 20ού αιώνα. Το 1982 βραβεύθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας για ολόκληρο το έργο του,  μυθιστορήματα και διηγήματα. Ο Μάρκες συνδεόταν με δεσμούς φιλίας με τον Φιντέλ Κάστρο αλλά υποστήριζε ότι το μόνο επαναστατικό καθήκον του συγγραφέα είναι να γράφει όσο καλύτερα μπορεί.
  Ο Κολομβιανός συγγραφέας  έζησε τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής του κοντά στους παππούδες του από τη μεριά της μητέρας του. Τον πατέρα του τον αντιπαθούσε, ενώ τη μητέρα του την πρωτοείδε όταν ήταν 10 ετών και από το σοκ αυτό δεν συνήλθε ποτέ.

Τα χρόνια της παιδικής ηλικίας κοντά στους παππούδες του ήταν το ορυχείο της μελλοντικής αφηγηματικής του έμπνευσης. Ο ίδιος έλεγε ότι στη γραφή του προσπαθούσε να συνδυάσει το αφηγηματικό ύφος της γιαγιάς του, η οποία του έλεγε φανταστικές ιστορίες σαν να ήταν πραγματικές.  Εξαιρετικά σημαντική ήταν και η επίδραση του συνταγματάρχη παππού του,  ο οποίος ενέπνευσε πολλούς χαρακτήρες των μυθιστορημάτων του. «Έλεγε ιστορίες που ακούγονταν υπερφυσικές και φανταστικές, αλλά τις έλεγε με απόλυτη φυσικότητα. Όταν ανακάλυψα ότι αυτό ήταν το ύφος που έψαχνα, κάθισα και δούλεψα εντατικά ενάμιση χρόνο». «Ήμουν οκτώ ετών όταν πέθανε. Από τότε τίποτε σημαντικό δεν μου συνέβη» έλεγε ο Μάρκες. Παράλληλα, όμως, τον ίδιο καταλυτικό ρόλο στο γράψιμό του έπαιξε ο Φραντς Κάφκα. «Ένα βράδυ, ήμουν φοιτητής στην Μπογκοτά, έπιασα να διαβάζω τη “Μεταμόρφωση” του Κάφκα που μου είχε δανείσει ένας φίλος. Μόλις διάβασα την πρώτη πρόταση: “Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρήκε τον εαυτό του στο κρεβάτι μεταμορφωμένο σε πελώριο ζωύφιο”, σχεδόν έπεσα από το κρεβάτι από την έκπληξη. Δεν ήξερα ότι επιτρεπόταν να γράφεις λογοτεχνία έτσι. Αν το ήξερα, θα έγραφα καιρό πριν. Άρχισα λοιπόν αμέσως να γράφω διηγήματα. Ήταν εντελώς εγκεφαλικά γιατί βασιζόμουν στις λογοτεχνικές εμπειρίες από τα αναγνώσματά μου, δεν είχα βρει ακόμη τη σύνδεση ανάμεσα στη λογοτεχνία και στη ζωή» έλεγε ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες σε συνέντευξή του στο «Paris Review» τον χειμώνα του 1981.
Αργότερα βρήκε τη σύνδεση. Άντλησε υλικό από την παιδική του ηλικία, έχτισε χαρακτήρες βασισμένους στο πρόσωπο του παππού του και διηγήθηκε ιστορίες με τον τρόπο της γιαγιάς του.
 Υπήρξε όμως και φανατικός αναγνώστης από παιδί. Σε ηλικία οκτώ ετών διάβασε τις «Χίλιες και μία νύχτες» και ο κόσμος των βιβλίων ανήκε στο μεγάλο απόθεμα των αφηγήσεων που τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή.
Το 1947 άρχισε στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά σπουδές Νομικής και Πολιτικών Επιστημών. Τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα «Ελ Εσπεκταδόρ» δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο Η τρίτη παραίτηση. Το 1948 μετακόμισε στην Καρταχένα των Δυτικών Ινδιών και άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Ελ Ουνιβερσάλ».


 Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες στην Αμερική και στην Ευρώπη. Την πρώτη του νουβέλα Τα νεκρά φύλλα (1955) ακολούθησε η νουβέλα Ο Συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει (1961) και το μυθιστόρημα Κακιά ώρα (1962). 
 Άλλα του έργα, πανθομολογουμένως αξιολογότατα: Το φθινόπωρο του Πατριάρχη (1975), Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου (1981), Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας (1985), Δώδεκα διηγήματα περιπλανώμενα (1992) και Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων (1994).
Εργαζόμενος περιστασιακά ως δημοσιογράφος, σεναριογράφος και κριτικός κινηματογράφου προσπαθούσε να βγάλει το ψωμί του τα πρώτα 40 χρόνια της ζωής του, τα οποία πέρασαν μέσα σε μεγάλες οικονομικές αγωνίες. Το πώς γεννήθηκε στο μυαλό του η πρόταση από την οποία ξεπήδησε το μυθιστόρημα είχε αφηγηθεί ο ίδιος, με τον απαράμιλλο τρόπο του, σε συνεντεύξεις: «Είχαµε ξεκινήσει για διακοπές. Οδηγούσα το αυτοκίνητο στον δρόµο προς το Ακαπούλκο όταν σχηµατίστηκε στο µυαλό µου µια πρόταση. Έκανα επί τόπου στροφή, γύρισα στο σπίτι και άρχισα να γράφω». 
Ήταν μια ευτυχής στιγμή για τον κόσμο της λογοτεχνίας, και είναι μια μεγάλη απώλεια ο θάνατός του.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ,
19.4.2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...