Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Βασίλι Καντίνσκι: μυστηριακός, συμβολικός κώδικας στην τέχνη

Μόσχα 1866 - Νεϊγύ συρ Σεν 1944.
«Ελπίζω τελικά οι άνθρωποι να καταλάβουν τι κρύβεται πίσω από τους πίνακές μου και να μην αρκούνται να λένε ότι χρησιμοποιώ τρίγωνα και κύκλους».

Ένας μεγάλος ζωγράφος, συγγραφέας δοκιμίων για τη θεωρία της τέχνης και καθηγητής. Ο Βασίλι Βασιλίεβιτς Καντίνσκι, για πολλούς λόγους, θεωρείται ο τολμηρότερος επαναστάτης στην τέχνη κατά τον 20ό αιώνα και ο δημιουργός της καθαρής αφαίρεσης, στη μοντέρνα ζωγραφική. Η βάση της τεχνικής του ήταν κυρίως μια πνευματική ενόραση που, μαζί με το μαθηματικό του ενδιαφέρον, διαμόρφωσαν το χαρακτηριστικό αφηρημένο (συγκεκριμένο, το έλεγε ο ίδιος) ύφος του.
Ο Καντίνσκι με τον Κλέε μιμούνται με χιούμορ
τον Γκαίτε και τον Σίλερ.

Ένα σύντομο βιογραφικό: Ασχολείται ερασιτεχνικά με το πιάνο και το βιολοντσέλο και γίνεται επίσης ερασιτέχνης ζωγράφος, με ασυνήθιστα αισθήματα  σχετικά με το χρώμα, θεωρώντας το καθένα από αυτά να έχει τη δική του μυστηριακή ζωή. Πραγματοποιεί νομικές και οικονομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας  και συνεχίζει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία παίρνοντας το 1893 πτυχίο ισοδύναμο με διδακτορικό δίπλωμα. 

 Στην ηλικία των 30 χρόνων αναγκάζεται να επιλέξει ανάμεσα στις πιθανές σταδιοδρομίες, αφού του προσφέρεται η θέση του καθηγητή της Νομικής στο Πανεπιστήμιο του Ντόρπατ, στην Εσθονία. Στο δίλημμα αυτό θα πει «ή τώρα ή ποτέ» αφού, εν τω μεταξύ, τον προηγούμενο χρόνο είχε δει σε μια έκθεση στη Μόσχα, με έργα ιμπρεσιονιστών, τις «Θυμωνιές» του Μονέ, έναν πραγματικό πίνακα, που καρφώθηκε στο μυαλό του, όπως θα πει ο ίδιος. Έτσι, απορρίπτει την προσφορά και παίρνει το τρένο για τη Γερμανία, με την πρόθεση να γίνει ζωγράφος.  Τελικά, θα γραφεί στην Ακαδημία του Μονάχου.  Εκθέτει έργα του με τις πρωτοποριακές ομάδες στις μεγάλες αντιακαδημαϊκές εκθέσεις και θα γίνει πρόεδρος στην ομάδα Φάλαγγα. Τη συνέχεια θα την ξεδιπλώσουμε μέσα από τα έργα του:

Τοπίο σε πύργο (1909)
 Παρίσι, Κέντρο Ζορζ Πομπιντού

Ο Καντίνσκι ζωγράφισε αυτόν τον πίνακα στο Μόναχο, μετά την επιστροφή του από το Παρίσι, όπου είχε ζήσει έναν χρόνο. Εδώ στο Μόναχο θα συναντήσει τον Ρώσο Αλεξέι βαν Γιολένσκι –επηρεασμένο από τους φωβιστές– και τον γεννημένο στην Ελβετία Πάουλ Κλέε, που έγινε φίλος του για όλη του τη ζωή.
Το έργο είναι ένα από μία σειρά σχεδόν βίαια χρωματισμένων τοπίων που ζωγράφισε, με αισθητή την επίδραση των φωβιστών – εκτυφλωτικά χρώματα ταξινομημένα σε απαλά λαμπερά σχήματα, σε μια δραματική αίσθηση κίνησης.

Μπλε βουνό (1909)
Νέα Υόρκη, Γκούγκενχαϊμ

Άλλος ένας υπέροχα χρωματισμένος καμβάς  της μεταβατικής περιόδου προς την πλήρη αφαίρεση. Δείχνει τους ιππείς, που χαρακτήριζαν τα πρώτα του έργα, σαν να έχουν ξεπηδήσει από παραμύθι. Όλη του τη ζωή ο Καντίνσκι είχε εντυπωσιασθεί από θρύλους και από μύθους, που τους διατυπώνει ξανά στα ώριμα έργα του με μοντέρνες αφηρημένες φόρμες.

Ο λυρικός (1911)
Ρότερνταμ, Μουσείο Μπόιμανς
Το έτος 1911 είναι κρίσιμο για τον ζωγράφο. Υπήρξε συνιδρυτής της ομάδας Γαλάζιος Καβαλάρης, εμπροσθοφυλακής όλων των ριζοσπαστικών καλλιτεχνών της Κεντρικής Ευρώπης, μιας ομάδας με προσέγγιση στην τέχνη περισσότερο ποιητική, πνευματική, ακόμα και μυθική.
Η εικόνα, με τις ζωντανές πινελιές όλο ευαισθησία, όλο συναισθηματική φόρτιση, μοιάζει περισσότερο με χρωματιστό σχέδιο παρά με πίνακα ζωγραφικής. Ο τίτλος του έργου –κατά κυριολεξία, σαν τραγούδι– είναι απόλυτα αινιγματικός. Όλα τα στοιχεία της φύσης μεταμορφώνονται σε σύμβολα ή ιερογλυφικά.

Εξώφυλλο για το «Αλμανάκ» του Γαλάζιου Καβαλάρη, (19911-12)Μόναχο, Κρατική Πινακοθήκη
Η υδατογραφία αυτή, από την οποία ο Καντίνσκι έκανε ξυλόγλυπτο, ήταν από τα πιο αξιοσημείωτα καλλιτεχνικά μανιφέστα του αιώνα. Ο πίνακας απεικονίζει τον Άγιο Γεώργιο στην πλάτη του αλόγου.

Σύνθεση IV (1911)
Κέντρο Ζορζ Πομπιντού

Αυτή τη χρονιά χωρίζει με την πρώτη του γυναίκα. Επικεντρώνεται σε μια σειρά όλο και περισσότερο αφηρημένων πινάκων, δίνοντας σκόπιμα μη περιγραφικούς τίτλους, όπως «Σύνθεση» ή «Αυτοσχεδιασμός». Μόνος του περιγράφει το μυστηριώδες έργο του: «Όλη η σύνθεση μοιάζει πολύ ανάλαφρη, με πολλά γλυκά χρώματα που συχνά εξαφανίζονται το ένα στο άλλο».

Σύνθεση VI (1913)
Αγία Πετρούπολη, Ερμιτάζ

Ο Καντίνσκι έδωσε τη μεγαλύτερη σημασία στις «Συνθέσεις» του και τις αρίθμησε, όπως ο συνθέτης αριθμεί τις συμφωνίες ή τα κοντσέρτα του. Τίμησε μόνο δέκα από τα έργα του με τον τίτλο αυτόν. Αυτός ο πίνακας θεωρείται ο πιο σημαντικός από όσους ζωγράφισε στο Μόναχο πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Του έδωσε τον τίτλο «Κατακλυσμός» και εξήγησε ότι τον εμπνεύσθηκε από τη δική του ζωγραφική σε γυαλί με τον ίδιο τίτλο, που χάθηκε. Ο ίδιος λέει: «Διασκέδαζα να ανακατεύω φόρμες σοβαρές με κωμικές… Τελικά έφτασε μια μέρα κατά την οποία η ψυχική γαλήνη με έκανε να νιώθω απόλυτα ασφαλής… Η μεγάλη μάχη είχε γίνει… Όλα τα στοιχεία ήταν σε τέλεια ισορροπία, το πρώτο μοτίβο του πίνακα (ο Κατακλυσμός) είχε σβηστεί και μεταμορφωθεί σε ανεξάρτητο ον, με τη δική του αντικειμενικότητα».
.
Μελέτη στο Χρώμα: Τετράγωνα με Ομόκεντρους Δακτυλίους (1913)
Μόναχο, Κρατική Πινακοθήκη

Ο ιδιαίτερα όμορφος αυτός πίνακας προαγγέλλει πολλά από τα πιο αυστηρά γεωμετρικά τετράγωνα που θα παρουσιάσει μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εδώ όμως, στην πρώτη, πολύ ελεύθερη φάση της αφαίρεσης, οι φόρμες του Καντίνσκι κυβερνώνται από τις δικές του ιδέες σχετικά με τα χρώματα, που υπόκεινται σε μυστηριακές θεωρίες.

Αυτοσχεδιασμός 35 (1914)
Βερολίνο, Μουσείο Τέχνης

Από τα πλουσιότερα και πιο πληθωρικά αφηρημένα έργα του Καντίνσκι πριν από τον Πόλεμο. Οι διαγώνιες γραμμές όχι μόνο τονίζουν τον δυναμισμό του έργου, αλλά σταθεροποιούν τη σύνθεση. Στροβιλίζονται και πάλλονται με δυναμισμό και έντονα χρώματα και μοιάζουν με ένα σακούλι φόρμες που ξαφνικά ξεχύθηκε στον καμβά.

Στο μαύρο τετράγωνο (1923)
Νέα Υόρκη, Μουσείο Γκούγκενχαϊμ

Ξεσπάει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αναγκάζεται να επιστρέψει στη Ρωσία, αφήνοντας πίσω την ερωμένη του, καλλιτέχνιδα Γκαμπριέλ Μούντερ. Ερωτεύεται και παντρεύεται τη Νίνα Αντριέφσκι, ζώντας ευτυχισμένοι μέχρι τον θάνατό του.   Το 1922 επιστρέφει στη Γερμανία και δέχεται τη θέση καθηγητή στη σχολή Αρχιτεκτονικής, στο Μπάουχαους της Βαϊμάρης. Αρχίζει να ζωγραφίζει με έναν καθαρότερο, πιο διανοητικό και γεωμετρικό τρόπο. Τετράγωνα, κύκλοι, τρίγωνα και γραμμές είναι τα κυρίαρχα μοτίβα όλης της περιόδου παραμονής στο Μπάουχαους.


 Κίτρινο-Κόκκινο-Μπλε (1925)
Κέντρο Ζορζ Πομπιντού

Παρά την αίσθηση γενικής αυστηρότητας που κυριαρχεί στην τέχνη του Καντίνσκι στα χρόνια του Μπάουχαους, ο ίδιος δεν έχασε την αίσθηση του μυστικισμού, ούτε την αίσθηση του χιούμορ – κάτι που καλύπτει όλη του ζωή. Το κωμικό στοιχείο μερικές φορές εμφανίζεται και στην τέχνη του, όπως στον πίνακα αυτόν, ιδιαίτερα στο πρόσωπο αριστερά, που όταν αντιστραφεί μοιάζει με πρόσωπο γάτας, φαινομενικά με μια πίπα στο στόμα. Με φωτεινότερα χρώματα από την αριστερή πλευρά και σκοτεινότερα από τη δεξιά, έχουμε κανονικές φόρμες –κύκλοι, παραλληλόγραμμα, τρίγωνα– που αντιπαρατίθενται με ελεύθερες και αρκετά φανταστικές γραμμές.

Μπλε ουρανός (1940)
Κέντρο Ζορζ Πομπιντού

Μολονότι είχε πολιτογραφηθεί Γερμανός από το 1928, το 1933 αναγκάζεται να εκπατρισθεί στο Παρίσι, όταν η Γκεστάπο κλείνει βίαια το Μπάουχαους. Θα ζήσει τα υπόλοιπα 11 χρόνια της ζωής του στο προάστιο του Παρισιού Νεϊγύ συρ Σεν, αποκτώντας το 1939 τη γαλλική υπηκοότητα.
Το 1940 οι ναζί εισέβαλαν και κατέκτησαν τη Γαλλία. Ο ζωγράφος δεν εμφανίζει κάτι από τον εξωτερικό τρόμο στην τέχνη του. Αντιθέτως, ανταποκρίνεται με χαρούμενα, ανέμελα, όμορφα έργα, που φαίνεται να υπερβαίνουν τον χρόνο. Στο φόντο του πολύ φωτεινού μπλε (το χρώμα της ηρεμίας, κατ’ αυτόν) ουρανού, σαν κομμάτια κάποιου φανταστικού παζλ, αιωρούνται πολύχρωμες φόρμες, με ταχύτητα, που μπορεί να θεωρηθούν και οργανισμοί.

Tempered elan (1944)
Παρίσι, Ζορζ Πομπιντού
Πρόκειται για τον τελευταίο ολοκληρωμένο πίνακα, την εποχή που ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Από τον Μάρτιο εκείνου του χρόνου και μετά η υγεία του χειροτερεύει, πολλοί φίλοι του πεθαίνουν, και εκείνος ανησυχεί για μεγάλο μέρος της δουλειάς του που κινδυνεύει. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε διάχυτη την αίσθηση μελαγχολίας στους πίνακές του. Το βιολετί του φόντου εναρμονίζεται με το μπλε, το κόκκινο, το καφέ και το πράσινο των ασυνήθιστων αυτών εικόνων. Ψάχνεις για γνώριμα αντικείμενα: το κύριο σχήμα θα μπορούσε να είναι ένα άλογο, ενώ ένα  χταπόδι ταλαντεύεται πάνω αριστερά.  Ο ίδιος έλεγε: «Ποιος ξέρει, πιθανώς όλα τα αφηρημένα σχήματά μας είναι κάποιες φόρμες της φύσης…».

Κυρία στη Μόσχα (1912)
Μόναχο, Κρατική Πινακοθήκη

Stundhaftes Grun (Σταθερό Πράσινο), (1925)









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...