Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2012

Γεώργιος Βιζυηνός - Το αμάρτημα της μητρός μου

(Βιζύη, Ανατολική Θράκη, 1849 - Αθήνα 1896). Ποιητής και πεζογράφος της Γενιάς του 1880, εισηγητής του ηθογραφικού διηγήματος και της στροφής του νεοελληνικού διηγήματος προς τις λαϊκές παραδόσεις και τον ψυχογραφικό ρεαλισμό. Η θητεία του Γ. Βιζυηνού στην ψυχολογία και η επαφή με τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα τον επηρέασαν, και χωρίς παράδοση, έθεσε τις βάσεις της νεοελληνικής διηγηματογραφίας, συνθέτοντας έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα κινούνται και συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου. Από το 1892-1896 ήταν έγκλειστος στο Δρομοκαΐτειο. (Το αμάρτημα της μητρός μου, Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου, Το μόνον της ζωής μου ταξίδιον, Μοσκώβ-Σελήμ). Τα πρόσωπα των διηγημάτων του, αυτοβιογραφούμενος, είναι οι δικοί του άνθρωποι που τον σημάδεψαν στη ζωή του. Έγραψε επίσης λαογραφικές, φιλοσοφικές και άλλες μελέτες.

Το αμάρτημα της μητρός μου

Δύο αμαρτήματα της μητέρας, παράβαση του ηθικού ή του θείου νόμου, ένα παλιό, όπου όταν γύρισε από ένα γλέντι και πήγε να θηλάσει το παιδί της αποκοιμήθηκε με αποτέλεσμα να το «πλακώσει» και να πεθάνει. Το δεύτερο είναι στον ζωντανό χρόνο της αφήγησης όταν στην εκκλησία που πηγαίνει προσεύχεται στον Θεό να πάρει τα αγόρια της καλύτερα και να αφήσει το κορίτσι της την Αννιώ που είναι βαριά άρρωστη. Σε μια γλώσσα λόγια, την καθαρεύουσα, με λέξεις και τύπους από τη λαϊκή, εκτυλίσσεται ένα ανθρώπινο δράμα με αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, με απότομο τέλος χωρίς επίλογο, γεμάτο ανθρωπιά και τρυφερότητα.



Απόσπασμα

 [...] Ἡ ἀσθενής δέν ἐκοιμᾶτο, ἀλλά δέν ἦτο καί ὅλως διόλου ἔξυπνος. Τά βλέφαρά της ἦσαν ἡμίκλειστα· οἱ δέ ὀφθαλμοί της, ἐφ’ ὅσον διεφαίνοντο, ἐξέπεμπον παράδοξόν τινα λάμψιν διά μέσου τῶν πυκνῶν καί μελανῶν αὐτῶν βλεφαρίδων.
Ἡ μήτηρ μου ἀνεσήκωσε τό ἰσχνόν τοῦ κορασίου σῶμα μετά προσοχῆς· καί ἐνῷ διά τῆς μιᾶς χειρός ὑπεστήριζε τά νῶτά του, διά τῆς ἄλλης προσέφερε τό σκεῦος εἰς τά μαραμένα του χείλη.
– Ἔλα, ἀγάπη μου, τῆς εἶπε. Πιέ ἀπ’ αὐτό τό νερό, νά γιάνῃς. – Ἡ ἀσθενής δέν ἤνοιξε τούς ὀφθαλμούς, ἀλλά φαίνεται, ὅτι ἤκουσε τήν φωνήν καί ἐννόησε τάς λέξεις. Γλυκύ και συμπαθητικόν μειδίαμα διέστειλε τα χείλη της. Ἔπειτα ἐρρόφησεν ὀλίγας σταγόνας ἀπό τοῦ ὕδατος ἐκείνου, τό ὁποῖον ἔμελλε τῷ ὄντι2 νά τήν ἰατρεύσῃ. Διότι μόλις τό ἐκατάπιε καί ἤνοιξε τούς οφθαλμούς καί προσεπάθησε ν’ ἀναπνεύσῃ. Ἐλαφρός στεναγμός διέφυγε τά χείλη της, καί ἐπανέπεσε βαρεῖα ἐπί τῆς ὠλένης τῆς μητρός μου.
Τό καϋμένο μας τό Ἀννιώ! ἐγλύτωσεν ἀπό τά βάσανά του!
Πολλοί εἶχον κατηγορήσει τήν μητέρα μου, ὅτι ἐνῷ αἱ ξέναι γυναῖκες ἐθρήνουν μεγαλοφώνως ἐπί τοῦ νεκροῦ τοῦ πατρός μου, ἐκείνη μόνη ἔχυνεν ἄφθονα, πλήν σιγηλά δάκρυα. Ἡ δυστυχής τό ἔκαμνεν ἐκ φόβου μήπως παρεξηγηθῇ, μήπως παραβῇ τά ὅρια τῆς εἰς τάς νέας ἀνηκούσης σεμνότητος. Διότι, καθώς εἶπον, ἡ μήτηρ μας ἐχήρευσε πολύ νέα.
Ὅταν ἀπέθανεν ἡ ἀδελφή μας, δέν ἦτο πολύ γεροντοτέρα. Ἀλλ’ οὔτε ἐσκέφθη κἄν τώρα τί θά εἰπῇ ὁ κόσμος διά τούς σπαραξικαρδίους της θρήνους.
Ὅλη ἡ γειτονεία ἐσηκώθη καί ἦλθε πρός παρηγορίαν της. Ἀλλά τό πένθος αὐτῆς ἦτο φοβερόν, ἦτον ἀπαρηγόρητον.
– Θά χάσῃ τόν νοῦν τῃς — ἐψιθύριζον οἱ βλέποντες αὐτήν κεκλιμένην και θρηνοῦσαν μεταξύ τῶν τάφων τῆς αδελφῆς καί τοῦ πατρός μας.
– Θά τά ἀφήσῃ μέσ’ στούς πέντε δρόμους· – ἔλεγον οἱ συναντῶντες ἡμᾶς καθ’ ὁδόν, ἐγκαταλελειμμένα καί ἀπεριποίητα.
Καί ἐχρειάσθη καιρός, ἐχρειάσθησαν αἱ νουθεσίαι καί ἐπιπλήξεις τῆς ἐκκλησίας, ὅπως συνέλθῃ εἰς ἑαυτήν καί ἐνθυμηθῇ τά ἐπιζῶντα τέκνα της, καί ἀναλάβῃ τά οἰκιακά της καθήκοντα.
Ἀλλά τότε παρετήρησε ποῦ μᾶς εἶχε καταντήσει ἡ μακρά τῆς ἀδελφῆς μας ἀσθένεια.
Ἡ χρηματική μας περιουσία κατηναλώθη εἰς ἰατρούς καί ἰατρικά. Πολλά «χράμια» και «κηλίμια», ἔργα τῶν ἰδίων αὐτῆς χειρῶν, τά εἶχε πωλήσει δι’ ἀσήμαντα ποσά, ἤ τά εἶχε δώσει ὡς ἀμοιβήν εἰς τούς γόητας καί τάς μαγίσσας. Ἄλλα μᾶς τά ἔκλεψαν αὐτοί καί οἱ ὅμοιοί των, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς ἀνεπιβλεψίας, ἥτις ἐπεκράτησεν ἐν τῷ οἴκῳ μας. Πρός ἐπίμετρον ἐξηντλήθησαν καί αἱ προμήθειαι τῶν ζωοτροφιῶν μας καί ἡμεῖς δέν εἴχομεν πλέον πόθεν νά ζήσωμεν.
Ἐν τούτοις αὐτό, ἀντί νά πτοήσῃ τήν μητέρα μας, τῇ ἀπέδωκεν ἀπεναντίας διπλῆν τήν δραστηριότητα, ἥν εἶχε πρίν ἀσθενήσει τό Ἀννιώ.
Ἐμετρίασεν, ἤ κυρίως εἰπεῖν, συνεκάλυψε το πένθος της· ὑπερενίκησε τήν ἀτολμίαν τῆς ἡλικίας καί τοῦ φύλου της, καί, λαβοῦσα τήν δίκελλαν ἀνά χεῖρας, ἤρχισε να «ξενοδουλεύῃ», ὡς ἐάν δέν εἶχε γνωρίσει ποτέ τόν ἄνετον καί ἀνεξάρτητον βίον.
Ἐπί πολύν χρόνον μᾶς διέτρεφε διά τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου της. Τά ἡμερομίσθια ἦσαν μικρά καί αἱ ἀνάγκαι μας μεγάλαι, ἀλλ’ ὅμως εἰς κανένα ἐξ ἡμῶν δέν ἐπέτρεψε νά τήν ἀνακουφίσῃ συνεργαζόμενος.
Σχέδια περί τοῦ μέλλοντος ἡμῶν ἐγίνοντο και ἐπεθεωροῦντο καθ’ ἑσπέραν παρά τήν ἑστίαν. Ὁ μεγαλύτερός μου ἀδελφός ὤφειλε νά μάθῃ τήν τέχνην τοῦ πατρός μας, διά νά λάβῃ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τόν τόπον ἐκείνου. Ἐγώ ἔμελλον ἤ μᾶλλον ἤθελον νά ξενιτευθῶ, καί οὕτω καθεξῆς. Ἀλλά πρό τούτου ἔπρεπε νά μάθωμεν ὅλοι τά γράμματά μας, ἔπρεπε νά ξεσχολήσωμεν. Διότι, ἔλεγεν ἡ μήτηρ μας, ἄνθρωπος ἀγράμματος, ξύλον ἀπελέκητον.
Αἱ οἰκονομικαί μας δυσχέρειαι ἐκορυφώθησαν, ὅταν ἐπῆλθεν ἀνομβρία εἰς τήν χώραν καί ἀνέβησαν αἱ τιμαί τῶν τροφίμων. Ἀλλ’ ἡ μήτηρ, ἀντί ν’ ἀπελπισθῇ περί τῆς διατροφῆς ἡμῶν αὐτῶν, ἐπηύξησε τόν ἀριθμόν μας δι’ ἑνός ξένου κορασίου, τό ὁποῖον μετά μακράς προσπαθείας κατώρθωσε να υἱοθετήσῃ. [...]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...