Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Σαλβαδόρ Νταλί

Ο υπερρεαλιστής Λουίς Μπουνιουέλ σκιαγραφεί τον μεγάλο ζωγράφο

Ο Σαλβαδόρ Νταλί (Φιγκουέρας Καταλωνίας 1904 - 1989) υπήρξε διάσημος υπερρεαλιστής ζωγράφος. Εκκεντρικός, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, όχι όμως στη ζωγραφική του και στη χαρακτική όπου ουδείς δύναται να αμφισβητήσει την απαράμιλλη δεξιοτεχνία του και την καλπάζουσα φαντασία του. Ο Νταλί βρέθηκε στη Φοιτητική Εστία της Μαδρίτης μαζί με τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ (1900-1983), τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και άλλες εξέχουσες προσωπικότητες και συμμετείχε επίσης στη δημιουργία των δύο σουρεαλιστικών ταινιών του Μπουνιουέλ: «O ανδαλουσιανός σκύλος» (1928) και «Η χρυσή εποχή» (1930).
Πληροφορίες για τον ζωγράφο θα αντλήσουμε από το εξαιρετικό βιβλίο του Λουίς Μπουνιουέλ «Η τελευταία πνοή», μια αυτοβιογραφία, που μας δίνει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία για τον Νταλί:
«Γιος ενός συμβολαιογράφου από το Φιγκουέρας της Καταλωνίας, ο Σαλβαντόρ Νταλί ήρθε στην Εστία τρία χρόνια μετά από μένα. Προοριζόταν για τη σχολή Καλών Τεχνών και τον φωνάζαμε, δεν ξέρω γιατί, ο “ο Τσεχοσλοβάκος ζωγράφος”.
»Ένα πρωί, καθώς περνούσα από ένα διάδρομο της Εστίας, είδα ανοιχτή την πόρτα του δωματίου του κι έριξα μια ματιά μέσα. Είδα ένα μεγάλο πορτραίτο, που το τελείωνε, και μου άρεσε πολύ. Αμέσως λέω στον Λόρκα και στους άλλους:

– Ο Τσεχοσλοβάκος ζωγράφος τελειώνει ένα πολύ ωραίο πορτραίτο.


Άφιξη του λουλουδιασμένου πλοίου
»Όλοι πήγαν στο δωμάτιό του, θαύμασαν τον πίνακα κι ο Νταλί μπήκε στην παρέα μας. Για να πω την αλήθεια έγινε, μαζί με τον Φεντερίκο, ο καλύτερός μου φίλος. Οι τρεις μας ήμαστε αχώριστοι, και μάλιστα ο Λόρκα έτρεφε για τον Νταλί ένα πραγματικό πάθος, που τον Νταλί τον άφηνε αδιάφορο. Ήταν ένας ντροπαλός νεαρός, με μια χοντρή βαθιά φωνή, αμήχανος μπροστά στις καθημερινές ανάγκες της ζωής και πολύ παράξενα ντυμένος: ένα πολύ μεγάλο καπέλο, μια τεράστια γραβάτα, ένα μακρύ σακάκι που του κρεμόταν μέχρι τα γόνατα, και, τέλος, γκέτες. Η εμφάνισή του παρέπεμπε σ’ ένα είδος ενδυματολογικής πρόκλησης, ωστόσο τίποτε τέτοιο δεν συνέβαινε. Ντυνόταν έτσι επειδή του άρεσε – πράγμα που δεν εμπόδιζε τον κόσμο να τον προσβάλλει μερικές φορές στον δρόμο.
»Πολύ νέος, γύρω στα 1926 ή ’27, πήρε μέρος σε μια έκθεση στη Μαδρίτη, μαζί με άλλους ζωγράφους. Τον Ιούνιο, όταν ήταν να δώσει εξετάσεις στην Καλών Τεχνών και τον έβαλαν να καθίσει μπροστά στους εξεταστές για τα προφορικά, φώναξε ξαφνικά:
– Δεν αναγνωρίζω σε κανέναν εδώ μέσα το δικαίωμα να με κρίνει. Αποχωρώ.
»Και πράγματι έφυγε. Ο πατέρας του ήρθε από την Καταλωνία στη Μαδρίτη για να προσπαθήσει να βολέψει τα πράγματα με τη διεύθυνση της σχολής. Μάταια. Ο Νταλί αποβλήθηκε.[...]»

Η μεγάλη μούσα του Σαλβαδόρ Νταλί υπήρξε η Γκαλά, που ήταν σύζυγος του Πωλ Ελυάρ και τον εγκατέλειψε για τον Νταλί. Ο δεσμός της ήταν όμως χαλαρός μαζί του αφού διατηρούσε και άλλες σχέσεις. Θα γράψει πάλι ο Μπουνιουέλ γι’ αυτήν:

Ο πειρασμός του Αγίου Αντωνίου (1946)
«Είναι μια γυναίκα που πάντα την απέφευγα, δεν έχω κανένα λόγο να το κρύψω. Τη συνάντησα για πρώτη φορά στο Καντακές, το 1929, με την ευκαιρία της Διεθνούς Έκθεσης της Βαρκελώνης. Είχε έρθει με τον Πωλ Ελυάρ, με τον οποίο ήταν παντρεμένη, και τη μικρή τους κόρη Σεσίλ.
»Όλα άρχισαν από μια γκάφα.
»Έμενα στο σπίτι του Νταλί, περίπου ένα χιλιόμετρο από το Καντακές, όπου οι άλλοι έμεναν στο ξενοδοχείο. Αναστατωμένος ο Νταλί μου λέει: “Έχει έρθει μια υπέροχη γυναίκα”. Το βράδυ πηγαίνουμε όλοι μαζί για ένα ποτό κι ύστερα οι υπόλοιποι αποφασίζουν να μας συνοδεύσουν με τα πόδια μέχρι το σπίτι του Νταλί. Στο δρόμο κουβεντιάζαμε για διάφορα πράγματα και κάποια στιγμή εγώ λέω –η Γκαλά περπατούσε δίπλα μου– ότι αυτό που με απωθεί πάνω απ’ όλα σε μια γυναίκα είναι να απέχουν έντονα μεταξύ τους οι μηροί της.
»Την επόμενη μέρα πάμε για μπάνιο και βλέπω ότι τα πόδια της Γκαλά έχουν ακριβώς το σχήμα που είχα πει ότι απεχθάνομαι.

»Εν τω μεταξύ τον Νταλί, από τη μια μέρα στην άλλη, έπαψα να τον αναγνωρίζω. Κάθε ομοφωνία μεταξύ μας χάθηκε, σε σημείο που εγκατέλειψα τη συνεργασία μας πάνω στο σενάριο της “Χρυσής εποχής”. Δεν μιλούσε πια παρά μόνο για την Γκαλά, επαναλαμβάνοντας ό,τι έλεγε εκείνη. Μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση.[...]».
Ο Μπουνιουέλ ανήκε στην ομάδα των υπερρεαλιστών μαζί με τον Πωλ Ελυάρ, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Λουί Αραγκόν, και τόσους άλλους – και για τον σκηνοθέτη σουρεαλισμός ήταν ένα κίνημα ποιητικό, επαναστατικό και ηθικό. Του παραχωρούμε τη θέση στην αφήγηση:

Ο Μυστικός Δείπνος (1955)
«Μίλησα στην ομάδα για τον Νταλί και τους έδειξα αρκετές φωτογραφίες από πίνακές του (ανάμεσά τους και το πορτραίτο που μου είχε φτιάξει). Δεν φάνηκαν να ενθουσιάζονται. Άλλαξαν όμως γνώμη, μόλις είδαν τους ίδιους τους πίνακες που έφερε ο Νταλί από την Ισπανία. Έγινε αμέσως δεκτός και πήρε μέρος στις συγκεντρώσεις. Στην αρχή οι σχέσεις του με τον Μπρετόν, ο οποίος ενθουσιάστηκε με την παρανοϊκοκριτική μέθοδό του, ήταν εξαίρετες. Η επίδραση όμως της Γκαλά δεν θ’ αργούσε να μεταμορφώσει τον Νταλί σε Αβίντα Ντόλαρς. Τρία ή τέσσερα χρόνια αργότερα διαγράφτηκε από το κίνημα».
Όπως αναφέρει και ο Μπουνιουέλ, ο Νταλί είχε μελετήσει τον Φρόυντ και υπό την επίδρασή του έφερε στην επιφάνεια εικόνες του υποσυνείδητού του με τη μέθοδο που ο ίδιος αποκαλούσε «παρανοϊκο-κριτική». Τοιουτοτρόπως γεννήθηκαν σε μια τεχνική οφθαλμαπάτης, διπλές εικόνες, μεταμορφώσεις ή καταλυτικές αποικοδομήσεις της φόρμας. Η τάση του Νταλί για συνεχή προβολή, αλλά και η λατρεία προς τον εαυτό του και τη γυναίκα του πλέον Γκαλά, η φιλοχρηματία του και η επίδειξή του μαζί με την προσπάθειά του να εμφανίζεται ως τρελός, δεν ακυρώνουν την τεράστια φυσιογνωμία του και το απαράμιλλο ταλέντο του.

Έργα του Σαλβαδόρ Νταλί

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...