Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

Αλέξανδρος ο Μέγας

Ψηφιδωτό της Πομπηίας








Με αδρές γραμμές

Με την άνοδο στον θρόνο του Φιλίππου Β’ στο μακεδονικό βασίλειο συντελέσθηκαν μεγάλες πολιτικές και οικονομικές αλλαγές. Ο Φίλιππος ίδρυσε το Κοινό των Ελλήνων, ορίστηκε ηγεμόνας, αναδεικνύοντας τη Μακεδονία σε πρωταγωνιστή της εποχής, και ανέλαβε την εκστρατεία απελευθέρωσης των πόλεων της Μικράς Ασίας από τους Πέρσες.
Όταν όμως ο Φίλιππος δολοφονήθηκε το 336 π.Χ. ύστερα από μια συνωμοσία, τον διαδέχεται πλέον ο γιος του Αλέξανδρος ο οποίος είναι αυτός που θα πραγματοποιήσει το σχέδιο του πατέρα του και θα αποκληθεί Μέγας. Ο Αλέξανδρος, διαπαιδαγωγημένος από τον Αριστοτέλη και έχοντας πάντα στο προσκέφαλό του την Ιλιάδα του Ομήρου διορθωμένη από τον δάσκαλό του, συνοδευόμενος από χορεία φιλοσόφων και ιστορικών και ειδικούς επιστήμονες και ερευνητές, με τον στρατό του θα περάσει από τον Ελλήσποντο στη Μικρά Ασία, δίνοντας με επιτυχία την πρώτη του μάχη στον ποταμό Γρανικό (334 π.Χ.). Κυρίευσε έτσι τη Δυτική Μικρά Ασία, μετά προωθήθηκε στην Κιλικία  όπου νίκησε τον Δαρείο στη μάχη της Ισσού (333 π.Χ.), που του άνοιξε τον δρόμο για τη Συρία.


Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου
Την ισχυρότερη αντίσταση συνάντησε στην Τύρο (επτά μήνες) ώσπου την κυρίευσε. Ως το 332 π.Χ. είχε καταλάβει Συρία, Παλαιστίνη και Αίγυπτο ιδρύοντας μία καινούργια πόλη που θα εξελιχθεί σε μεγάλο πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο, την Αλεξάνδρεια. Συνεχίζοντας ο Αλέξανδρος θα καταγάγει μια νέα περηφανή νίκη στα Γαυγάμηλα, καταλύοντας το περσικό κράτος, θα κυριεύσει τη Βαβυλώνα, την Περσέπολη και τις Πασαργάδες φθάνοντας στην Κεντρική Ασία. Εισχωρώντας στην Ινδική Χερσόνησο και, αφού νικήσει τον Πώρο, βασιλιά της Ινδίας, εξαιτίας της στάσης στο στράτευμά του συναινεί και πορεύεται  πίσω στη Βαβυλώνα όπου και πέθανε το 323 π.Χ., πιθανόν από ασθένεια σε ηλικία 33 ετών.
Για τον Αλέξανδρο έχουν γραφεί αμέτρητες σελίδες και από την εποχή ακόμη που ζούσε περιβλήθηκε από τον θρύλο. Πολλοί τον είδαν σαν τον διψασμένο για δόξα κατακτητή, ικανό στρατηγό και τον πολιτικό που κατάφερε να προσεταιρισθεί τους Πέρσες και να υπερκεράσει τον παλαιό ανταγωνισμό μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων.
Άλλοι, μη συνυπολογίζοντας και την ιδιαίτερη χρονική περίοδο που διαδραματίζονται τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα, υπερτονίζουν την αγριότητα και τη σκληρότητα, την ακολασία και τις δεισιδαιμονίες του.
Συνάντηση με τον κυνικό φιλόσοφο Διογένη
Εἰ μὴ Ἀλέξανδρος ἤμην, Διογένης ἂν ἤμην.
Δεν υπάρχει αμφιβολία  ότι ήταν ταυτόχρονα ευφυής και πονηρός, ικανός και σκληρός, γοητευτικός και άγριος.  Πέραν του ανθρώπου όμως Αλέξανδρου, ο ιστορικός οφείλει να διερευνήσει τη σημασία του έργου που άφησε πίσω του.
Οι διαστάσεις της εκστρατείας του, κυριευμένος με την ιδέα της κοσμοκρατορίας, έφερε τον ελληνισμό στις παρυφές της Άπω Ανατολής και τον ανέδειξε σε βασική συνιστώσα της ιστορίας της Ανατολικής Μεσογείου ακόμη και μετά το ψυχορράγημα του Βυζαντίου και την πτώση της Βασιλεύσας.
Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε ένα πολιτικό όραμα που εφαρμόσθηκε σε έναν βαθμό από τον ίδιο και τους επιγόνους του, την ενοποίηση δύο κόσμων σε μία αυτοκρατορία, που μπορεί να μην πραγματώθηκε σε πολιτικό επίπεδο αλλά αισθητοποιήθηκε στο πολιτιστικό. Κάτι που θα συνεχισθεί και ο άνθρωπος θα ζήσει για πολλούς αιώνες σε μια κοινότητα που έχει σαν υπόβαθρο την ελληνική γλώσσα και που στις πνευματικές και καλλιτεχνικές επιλογές της κοινότητας αυτής το κέντρο είναι επί το πλείστον η ελληνική πολιτιστική παράδοση.

Ο Αλέξανδρος φιλοτεχνημένος από τον Λύσιππο
ως νεότευκτος θεός (ρωμαϊκό αντίγραφο)
Ο Αλέξανδρος χαρακτηριζόταν από εξαιρετικές ηγετικές  και στρατηγικές ικανότητες και λόγω του μεγέθους της αυτοκρατορίας και του μωσαϊκού των λαών που την απάρτιζαν, στις νέες του κτήσεις επέδειξε απολυταρχικές τάσεις που φάνηκαν μάλιστα γρήγορα και στις σχέσεις του με τις ελληνικές πόλεις που ήταν και η αρχική αιτιολόγηση της εκστρατείας. Έχουν προκαλέσει μεγάλες συζητήσεις μεταξύ των ερευνητών πόσο διακριτά ήταν τα όρια της αυτονομίας και της ελευθερίας τους, με παράδειγμα την Έφεσο όπου αποκατέστησε μεν τη δημοκρατία αλλά –σύμφωνα με τον Αρριανό– διέταξε τους Εφέσιους να καταβάλλουν τους φόρους που πλήρωναν στους Πέρσες στον ναό της Αρτέμιδος.
Ο Αλέξανδρος μεταμορφώνοντας έναν εθνικό στρατό σε στρατό αυτοκρατορικό, δημιούργησε  έναν νέο τύπο εξουσίας, τη σατραπεία, και την άσκησε σε ένα τεράστιο σύνολο εδαφών που, εξαιτίας της κατάκτησης, θα βρεθούν ενσωματωμένα στον ελληνικό κόσμο.  Οι πόλεις που ιδρύονται θα συντελέσουν στη διάδοση της ελληνικής πολιτισμικής παράδοσης και, χωρίς δισταγμό, μπορούμε να παραδεχθούμε ότι ο Αλέξανδρος άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνισμού. 
Ο Αλέξανδρος όσον αφορά την πολιτική του, προκειμένου να μην αλλάξει την καθεστηκυία τάξη και δημιουργήσει δυσαρέσκειες στις κατακτημένες περιοχές, διατηρούσε συχνά στην εξουσία τούς ντόπιους βασιλείς και τις δυναστείες τους. Επειδή ήταν αναγκασμένος να περνάει μεγάλα διαστήματα μακριά από τους υπηκόους του όρισε ότι όλοι οι υπήκοοί του είχαν το δικαίωμα, αν το επιθυμούσαν, να απευθύνονται με αναφορές τους στον ίδιο ή στους αντιβασιλείς. Αυτό το μέτρο, σε συνδυασμό με την επιρροή της προσωπικότητας του Αλέξανδρου στους υπηκόους του, συνέβαλε στη διατήρηση της τάξης ανάμεσα στους πολυάριθμους λαούς της αυτοκρατορίας του. Είχε εγκαταστήσει φρουρούς σε ορισμένες περιοχές, εποίκιζε τις νέες πόλεις και αν κάποιος σατράπης αποδεικνυόταν ανίκανος να κυβερνήσει δεν δίσταζε να τον φυλακίσει ή ακόμη και να τον θανατώσει.
Επιπλέον ο Αλέξανδρος μαζί με τον φίλο του Ηφαιστίωνα και άλλους αξιωματούχους Μακεδόνες τέλεσαν τους γάμους τους με Περσίδες, προωθώντας μια νέα πολιτική εξομάλυνσης σχέσεων και συγχώνευσης Περσών και Μακεδόνων.

Η αρχαία Πέλλα
Στις προσωπικές του σχέσεις εκδηλώνεται η τάση του για δεσποτισμό και μπορούμε να αναφέρουμε τον φόνο του Παρμενίωνα (330 π.Χ.) και το επεισόδιο στα Βάκτρα που στοίχισε τη ζωή του Καλλισθένη, ο οποίος αρνήθηκε να αποδώσει τιμές στον Αλέξανδρο κατά τον περσικό τρόπο, δηλαδή την προσκύνηση, μια τελετουργία που είναι ασαφής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν  ότι επρόκειτο για έκταση του σώματος πάνω στο έδαφος και άλλοι για συμβολικό φιλί σε στάση όρθια, γερτή ή γονατιστή.
Ο μέγας στρατηλάτης αλλάζει συν τω χρόνω λοιπόν ες το βαρβαρικότερον (όπως γράφει ο Αρριανός) και υιοθετώντας τις περσικές συνήθειες, πρόβαλε απαιτήσεις θεϊκών τιμών στο πρόσωπό του. Είχε ήδη αναγνωριστεί ως φαραώ ενώ όταν το 331 π.Χ. επισκέφθηκε το μαντείο του Άμμωνα - Δία στη Σίβα ο ιερέας τον είχε αποκαλέσει γιο του Δία. Ο Αλέξανδρος φρόντιζε να ενθαρρύνει τη συσχέτισή του με τον Δία, άλλοτε προβαλλόμενος ως γιος του και άλλοτε ταυτίζοντας την υπόστασή του με εκείνη του θεού. Αυτό φαίνεται και από την εικονογραφία του ασημένιου τετράδραχμου που έθεσε σε κυκλοφορία μετά τη νίκη του εναντίον του Πώρου: στον εμπροσθότυπο ο Αλέξανδρος εικονιζόταν έφιππος να καταδιώκει τον Πώρο που ήταν πάνω σε έναν ελέφαντα και στον οπισθότυπο ο Δίας να κραδαίνει τον κεραυνό. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, πάντως, καθιερώθηκε η λατρεία των ηγεμόνων σε όλα τα βασίλεια.
Ο μέγας στρατηλάτης της Ιστορίας με ένα αλάνθαστο πολιτικό αισθητήριο το οποίο ωρίμασε με την επαφή του με τον κόσμο της Ανατολής ήταν μία από τις σημαντικότερες πολιτικές προσωπικότητες που υπήρξαν ποτέ, διαπαιδαγωγημένος  στη φιλοσοφία από τον Αριστοτέλη και έχοντας μαθητεύσει στη σκληρή σχολή του Φιλίππου.

Πηγές:
1. ΕΑΠ Αρχαίος Ελληνικός κόσμος
2. Κλωντ Μοσέ Επίτομη Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας
3. Μέγας Αλέξανδρος Πάπυρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...