Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

Γιάννης Σκαρίμπας

(Αγία Ευθυμία Παρνασσίδας 1893 - Χαλκίδα 1985)
Πολέμιος  της λεγόμενης ακαδημαϊκής διανόησης, πεζογράφος, και ποιητής, λειτούργησε αυτόνομα με ένα έργο θαυμάσιο και ιδιότυπο ενώ αμφισβητήθηκε από πολλούς. Με όμορφο περίτεχνο και γνήσιο ελληνικό λόγο και γραφίδα απεριόριστη με πλαστικότητα και μουσικότητα, μακρυγιανναίικος ή κολοκοτρωναίικος όπως λέει και ένας βιογράφος του. Ένα μεγάλο παιδί παρά τη λογοτεχνική του ωριμότητα. Έχει αφήσει ένα ομιχλώδες τοπίο για τη ζωή του το οποίο δημιούργησε προβλήματα στους μελετητές του, χρησιμοποιώντας πολλά ψευδώνυμα και δίνοντας ο ίδιος αντιφατικές πληροφορίες όσον τον αφορούσε. Διηγήματά του: Ο καπτάν Σουρμελής ο Στουραΐτης (1930), Καημοί στο Γριπονήσι και μυθιστορήματα: Το θείο Τραγί (1932), Μαριάμπας (1935), Το σόλο του Φίγκαρω (1938). Από τα ίδια στοιχεία με την πεζογραφία του, μαζί με υπονομευόμενο συναίσθημα και μελαγχολία  διακρίνεται και η ποίησή του: Εαυτούληδες, Ουλαλούμ, Βοϊδάγγελοι. Έγραψε επίσης και θεατρικά έργα.

«Η ποίηση του Σκαρίμπα παραμένει εν πολλοίς αδιερεύνητη από την κριτική, ανήκει όμως στο ίδιο σύμπαν με το πεζογραφικό του έργο», λέει στην εφημερίδα το «Βήμα» (12.1.2012) η Κατερίνα Κωστίου, η οποία επιμελήθηκε την πρόσφατη επανέκδοση της συλλογής του «Άπαντες στίχοι 1936-1970» (Νεφέλη, 2010), στην οποία συγκεντρώνονται οι συλλογές «Ουλαλούμ» (1936), «Οι εαυτούληδες» (1950), «Βοϊδάγγελοι» (1968). Εξεζητημένα θέματα, κατακερματισμένο ύφος, αιρετική γλώσσα, ανατρεπτική διάθεση είναι τα χαρακτηριστικά της ρηξικέλευθης πεζογραφίας του που ανανέωσε τον ελληνικό αφηγηματικό λόγο.

Σε αυτά τα διαφοροποιητικά στοιχεία ίσως οφείλεται και η μεγάλη απήχησή του σήμερα στους νέους. Όπως εξηγεί η Κατερίνα Κωστίου, οι φοιτητές της «Αγαπούν τον Καρυωτάκη αλλά ο Σκαρίμπας βρίσκει μεγαλύτερη ανταπόκριση στο νεανικό κοινό γιατί δεν είναι τόσο σκοτεινός. Είναι σε κάποια ποιήματά του ζοφερός, υπερτερεί όμως στη γραφή του το παιγνίδι, ο "ζαβός παλμός της ζωής"».


Σπασμένο καράβι
του Γ. Σκαρίμπα σε μελοποίηση Γ. Σπανού


Καημοί στο Γριπονήσι
(Μικρό δείγμα γραφής από την ΤΡΑΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΩΤΙΚΗ)


Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.
Δούλευε μεροδούλι στην τράτα• μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυό οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα-ούλα. Αναψαριά και των γονέων• ενιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.
Άντε τώρα βρες να την πουλήσεις• πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος• πέντ' εξ δραμές και μιά τηγανιά για το κονάκι• ούτε τον καπνό και το καρβέλι.
Άντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια• ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια• ούλο χάνοι και σαλιάρες• πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.
Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια• και πού να τάβρεις• πάς στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς• αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους• προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα• σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι• όπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου• ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης• προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.
Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται• και τί τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...
Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...
 *  *
Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.Είχε και δίκιο ο δόλιος.
Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε παρ' η κάτω βόλτα.
Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος• όπως λάχαινε, όπως ερχόταν.
Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.
Με μιά σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι• και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπτάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημα της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.
Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.
Άχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Άσπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.
Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.
Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.
Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...