Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Μενέλαος Λουντέμης - σύντροφος των παιδικών εκείνων χρόνων

(Αγία Κυριακή, Ανατολική Θράκη 1906 – Αθήνα 1977). Ψευδώνυμο του Δημήτρη Βαλασιάδη. Ένας λυρικός και από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφέας, που στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του παρουσιάζει έναν κόσμο με κοινωνικό ρεαλισμό, που λέγεται ότι  είναι πια ξεπερασμένος. Οι κοινωνικές ανισότητες, η φτώχεια, η αδικία, και ο ανεκπλήρωτος έρωτας κινούνται γύρω από τα μυθιστορήματά του με όχι επαγγελματική γραφή, αλλά με μια βαθιά επιθυμία να παρουσιάσει την πραγματικότητα. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και εντάχθηκε στο ΕΑΜ, όπου διετέλεσε και γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Εξορίσθηκε στη Μακρόνησο και στον Άι Στράτη. Από το 1958 ως τη μεταπολίτευση (1974) έζησε αυτοεξόριστος στη Ρουμανία.
Τα πλοία δεν άραξαν, Της γης οι αντρειωμένοι, Το ρολόι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα,
Συννεφιάζει, Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους, το ευπώλητο Ένα παιδί μετράει τ' άστρα, και πολλά άλλα, διαβάστηκαν και συντρόφεψαν πολύ τη νεολαία κατά τις δεκαετίες του 1950, του 1960 και του 1970.
Λίγα αποσπάσματα καλά κρατημένα από τότε:
Κάποιοι άνθρωποι που δεν ήξερε ποιοι ούτε για ποιο λόγο σκάβανε ανάμεσα από τους ανθρώπους χαντάκια και σήκωναν αξεπέραστα βουνά. Ποιοι ήταν και γιατί το κάνανε. Ένα μόνο καταλάβαινε. Ότι σ’ αυτή τη ζωή είχε ο καθένας τη θέση του που δεν ήταν όμοια για όλους. Τώρα ποιος ήταν αυτός που μοίραζε θέσεις; Μήπως ο Θεός; Μα οι μεγάλοι εξόν απ’ τ’ άλλα κακά κάνανε και τούτο. Φκιάξανε το Θεό σύμφωνα με το μπόι τους και δεν περίσσευε Θεός για τα παιδάκια.
Το σχολείο έχει ένα δικό του νόμο που παραμελεί τις αιτίες και εξετάζει μόνο τις πράξεις.

Κακός είναι τούτος ο χειμώνας σ’ αυτή την πόλη. Άπονος, δαγκωνιάρης. Τα ποτάμια φεύγουν δεν έχουν καρδιά να δουν τίποτα. Κυλούν συννεφιασμένα βιαστικά θέλουν να πέσουν μια ώρα αρχύτερα στη θάλασσα να πνιγούν. Δεν έχουν καιρό. Πώς ασκήμισε έτσι τούτη η πόλη. Βγαίνουν απ’ τα τζάκια της τρομαγμένοι καπνοί, οι σκύλοι της χάσανε τις ουρές τους.
Ήταν ένα από εκείνα τα ανάπηρα αρρωστιάρικα φθινόπωρα που βήχουν και ύστερα μαραίνονται και πέφτουν. Η γη δεν βλασταίνει, καμώνεται την ψόφια. Μα η ζωή παραφυλάει κάτω απ’ το χώμα σαν την αλεπού που παραμονεύει πίσω απ’ τα θάμνα με μισόκλειστα μάτια.

Οι κερασιές ανεπηρέαστες ανθίζουν κάθε χρόνο
Και δύο ποιήματά του από τις Κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος:
Οἱ κερασιὲς θ᾿ ἀνθίσουνε καὶ φέτος στὴν αὐλὴ
καὶ θὰ γεμίσουν μ᾿ ἄνθια τὸ παρτέρι.
Πικρὴ ποὺ εἶν᾿ ἡ Ἄνοιξη σὰν εἶσαι δίχως ταίρι!
Πικρὴ πού ‘ν᾿ ἡ ζωή!
Ἄνοιξε τὸ παράθυρο στὴ πρωϊνὴ γιορτή,
γιὰ νά ’μπουν οἱ μοσχοβολιὲς ἀπὸ τὸ περιβόλι.
Ἂχ κάθε του τριαντάφυλλο καὶ μία πλήγη ἀπὸ βόλι,
εἶναι γιὰ ’σὲ ποιητή!
Κουράστηκα νὰ σὲ καρτερῶ, Ἔρωτα καὶ νὰ λιώνω,
῾πὰ στὸ βιβλίο τῆς ζωῆς σκυμμένος, μιὰ ζωή.
Μ᾿ ἂν ἤτανε νὰ ῾ρχόσουνα γιὰ ἕνα ἔστω πρωΐ,
χίλια θὲ νά ῾δινα πρωϊνά, νὰ ζήσω ἐκεῖνο μόνο.
Θρόμβοι αἱματένιοι στοῦ κλαβιέ, κυλῆσαν τὴ καδένα.
Κόκκινη γύρη, ποὺ τὸ δρόμο πῆρε τῆς νοτιᾶς.
Ψυχή, ποὺ θάλασσα ἔγινες, -μιὰ θάλασσα φωτιᾶς-...
Μπαλάντα τοῦ Σοπὲν Νούμερο Ἕνα.
............................................................................
Ἀντίο Γαλήνη τώρα πιά.
Ἀντίο σεμνὴ Ἡσυχία
κι ἀντίο ῾σὺ στοχαστικέ μου Ρεμβασμέ,
Χαρὰ ποὺ στ᾿ ἀποδείπνι σου δὲ βρῆκα οὔτε ψιχία
καὶ καλῶς ᾖρθες βιαστικὲ καὶ βίαιε Χαλασμέ!
Στάχτη ἡ Ἀγάπη. Ἡ Ἐλπίδα ἀβέβαιη καταχνιά.
Καπνίλα, αἱμόφυρτα φτερά, συντρίμμια, πόνοι...

Μὲς στὶς ρωγμὲς ὁ Θάνατος, σὰ κρύος βοριάς, τρυπώνει
κι οἱ ἄνθρωποι -σφάγια- τόνε προσμένουν στὰ παχνιά!
Ὀρθὴ ἡ Φοβέρα μοναχὰ καὶ μοναχὰ ἡ Ὀργή,
-κλᾶψτε μικροί, ποὺ γιὰ μεγάλοι ῾χατε φτάσει-
Ἡ Δόξα ἐφτερούγισε, λίγο νὰ ξαποστάσει,
ἐπάνω στὰ κεφάλια σας καὶ μίσεψε γοργή!
Μικρὲ Ἐαυτέ, ποὺ γιὰ αητὸς ἀνέβαινες κι ἀπὸ ψηλά,
τὸν ἥλιο βάλθηκες, σὰ σύννεφο νὰ ῾σκιώσεις.
Γραμμένο σου ἤτανε σὰ σύννεφο νὰ λιώσεις
καὶ σὰ βροχὴ νὰ πέσεις χαμηλά.
Καὶ τώρα ἀπὸ τὸ χῶμα αὐτό, ποὺ ποτισμένο τό ῾χω ῾γώ
μὲ τῶν ματιῶν μου τὴ βροχὴ καὶ μὲ τὸν ἑαυτό μου,
ζητῶ φωτιά, ἀπ᾿ τὴ στοργὴ τοῦ τελευταίου ἐντόμου,
ν᾿ ἀνάψω, νὰ πυρποληθῶ καὶ νὰ φλεγῶ!
Τοὺς πράους δὲ κατάφερα νὰ τοὺς λατρέψω καὶ νὰ τοὺς
παρηγορήσω πού ῾κλαιαν, πάνω στοὺς ἄδειους μώλους.
Εἶν᾿ ἡ καρδιὰ μ᾿ ὁλόκλειστη γιὰ τοὺς οὐράνιους, δυνατούς.
Καὶ γιὰ τοὺς γήϊνους... καὶ γιὰ ὅλους... καὶ γιὰ ὅλους...
Στιγμὴ δὲ τὴ ξεδίψασα τὴν ἄγρια ῾παντοχή μου,
θλιμμένος κι ὄντας ἔκλαιγα καὶ ποὺ τραγούδαγ᾿ ὄντας...
Καὶ τὸ κοράκι, ποὺ ἀπ᾿ τὰ Ἠλύσια μ᾿ ἔφερε πετώντας,
γιὰ πληρωμή, μοῦ πῆρε τὴ ψυχή μου!
...................................................................................
Καλή μου τέλειωσε ὁ Σοπέν; Ἂ πόσο ὑπέροχη ἤσουν!
Κι ἐγὼ δὲ μπόρεσα ἁπλόν, οὔτ᾿ ἕναν ἔπαινο νὰ βρῶ.
Μὰ πῶς νὰ σὲ παινέψουνε, πῶς νὰ χειροκροτήσουν,
τὰ χέρια τοῦτα ποὺ τριάντα χρόνια, κάμαν στὸ σταυρό;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...